DRAGA

DRAGA= ΠΡΧ ΔΡΑΓΑ> ΒΥΘΟΚΟΡΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

draga 1. θ, μηχάνημα δράγα

2. πλοίο βυθοκόρος, φαγάνα, βορβοροφάγος

dragado 1. α, βυθοκόρηση, el dragado de un canal, η βυθοκόρηση ενός καναλιού

dragador, ra 1. ε, α θ, βυθοκορικός, ή, -ό, σχετικός, -ή, -ó με βυθοκόρο, βυθοκόρος

dragalina 1. θ, εκσκαφέας

dragaminas 1. α, πρχ σα δραγα μαζεύει νάρκες= ναρκαλιευτικό

dragar 1. ρμ, καθαρίζω βυθό, βυθοκορώ

2. ναρκαλιεύω

Scroll to Top