DISIPAR= ΠΡΧ ΔΙΑΣΠΕΙΡΩ ΤΑ ΜΕΡΗ ΣΕ ΚΑΤΙ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ > ΔΙΑΛΥΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
disipar 1. ρμ, πρχ διασπείρω> διαλύω τα μέρη σε κάτι υλικό σιγά σιγά,
el viento ha disipado las nubes, ο άνεμος έχει διαλύσει τα σύννεφα
2. μτφ, διαλύω κάτι άυλο, la lesión ha disipado su sueño,
ο τραυματισμός έχει διαλύσει το όνειρο του
Decidí preguntarle a mi mujer si me había sido infiel para disipar todas las dudas,
Αποφάσισα να ρωτήσω τη γυναίκα μου αν με είχε απατήσει για να διαλύσω όλες τις αμφιβολίες
3. για χρήμα, κληρονομιά, πρχ δια-σπαθίζω, διασπείρω, σπαταλώ,
ha disipado la herencia, έχει διασπαθίσει την κληρονομιά
4. ραντ, διασπείρομαι> διαλύομαι για κάτι υλικό
5. μτφ, διαλύομαι, se disiparon sus sospechas, διαλύθηκαν οι υποψίες του
6. φσκ, διαλύομαι, εκλύομαι
disipación 1. θ, διάλυση σε κάτι υλικό, disipación de la niebla, διάλυση της ομίχλης
2. μτφ, διάλυση αμφιβολιών, ονείρων, disipación de dudas, sueños
3. μτφ, διασπορά ηθική= ασωτία, ακολασία, vida de disipación, ζωή ασωτίας
4. μτφ, διασπάθιση, σπατάλη χρήματος, περιουσίας, disipación de una fortuna
5. απώλεια, απαγωγή θερμότητας
6. φσκ, σκέδαση, έκλυση
disipable 1. ε, διαλυτός, -ή, -ό
disipado, da 1. ε, α θ, διαλυμένος, -η, -ο
2. μτφ, με ηθική διασπορά= έκλυτος, -η, -ο, ακόλαστο άτομο
Juan llevó una vida disipada, Ο Χουάν είχε μια άσωτη ζωή
disipador, ra 1. ε, α θ, που διασπείρει το χρήμα= σπάταλος, -η, -ο, σπάταλο άτομο
disipador 1. α, τχν, απαγωγέας
2. σνθ, disipador de calor, térmico, απαγωγέας θερμότητας