DENSO= ΠΡΧ ΔΕΝΣΟ> ΔΑΣΥΣ= ΠΥΚΝΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
denso, sa πρχ δασύς= πυκνός
1. ε, πυκνός, -ή, -ó σε μάζα, se nos echó encima una densa niebla,
έπεσε απάνω μας μια πυκνή ομίχλη
bosque denso, δάσος πυκνός
2. για υγρό, πηχτός, -ή, -ó, παχύρρευστος, -η, -o, salsa densa, σάλτσα πηχτή,
compró un aceite muy denso, αγόρασε ενα λάδι παχύρευστο
3. μτφ, με πυκνό νόημα, μεστός, -ή, -ó, poesía densa, ποίηση μεστή
Cuando lo lees la primera vez, es denso, duro,
Όταν το διαβάζεις για πρώτη φορά, είναι πυκνό, σκληρό
4. για μέταλλο, συμπαγές, -ής, -ή, πυκνός, -ή, -ό,
El renio es un elemento de transición, metal denso con punto de fusión elevado,
Το ρήνιο είναι ένα μεταβατικό στοιχείο, ένα πυκνό μέταλλο με υψηλό σημείο τήξης
5. μτφ, πυκνός, -ή, -ό, Un grupo humano denso y ruidoso andaba ya por allí,
Μια πυκνή και θορυβώδης ομάδα ανθρώπων ήταν ήδη εκεί
circulación densa, πυκνή κυκλοφορία
densificar 1. ρμ, δασυ-ποιώ κάτι= πυκνώνω, συμπυκνώνω
2. ραντ, πυκνώνομαι, συμπυκνώνομαι, γίνομαι πυκνός, -ή, -ό,
γίνομαι παχύρευστος, -η, -ο, al enfriarse, el aceite se densifica,
οταν κρυώσει, το λάδι γίνεται παχύρευστο
densificación 1. θ, πύκνωση, συμπύκνωση
densidad 1. θ, πυκνότητα
2. σνθ, alta densidad, υψηλή πυκνότητα
densidad de población, de tráfico, πληθυσμιακή, κυκλοφοριακή πυκνότητα
doble densidad, διπλής πυκνότητας
densamente 1. επρ, πυκνά
densimetría 1. θ, πρχ δασυ-μετρία= πυκνο-μετρία
densimétrico, ca 1. ε, πυκνομετρικός, ή, -ό
densímetro 1. α, τχν, πυκνόμετρο πυκνότητας ή ειδικού βάρους υγρών ή στερεών
densitometría 1. θ, φωτ, ιατ, πυκνομέτρηση
densitómetro 1. α, τχν, πυκνόμετρο οπτικής πυκνότητας μιας ουσίας
condensar 1. ρμ, κυρ, μτφ, συμπυκνώνω υλικό, condensó la leche para envasarla,
συμπύκνωσε το γάλα για να το συσκευάσει
2. φσκ, συμπυκνώνω αέριο σε υγρό, στερεό
3. συμπιέζω, συμπτύσσω πράγματα για να χωρέσουν, condensar la ropa en la maleta,
συμπιέζω τα ρούχα στην βαλίτσα
4. συμπυκνώνω νόημα σε γραπτό, condensó su relato en pocos minutos,
συμπύκνωσε το διήγημα του σε λίγα λεπτά
5. ραντ, κυρ, μτφ, συμπυκνώνομαι, en esta feria se condensan libros de todos los idiomas,
σε αυτή την γιορτή συμπυκνώνονται βιβλία απο όλα τα ιδιώματα
se condensó el sonido en un solo altavoz, συμπυκνώθηκε ο ήχος σε ένα μόνο ηχείο
condensable 1. ε, συμ-πυκνώσιμος, -η, -o
condensación 1. θ, συμπύκνωση
condensador, ra 1. ε, συμ-πυκνωτικός, -ή, -ó
condensador 1. α, φσκ, συμπυκνωτής
2. μχν, συμπιεστής, συμπιεστήρας
3. σνθ, condensador eléctrico, φσκ, ηλεκτρικός πυκνωτής
condensado, da 1. ε, συμπυκνωμένος, -η, -o