DEBUT= ΠΡΧ ΝΤΕΜΠΟΥΤΟ, ΠΡΩΤΗ ΕΜΦΑΝΙΣΗ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
debut 1. α, ντεμπούτο, ξεκίνημα, πρώτη εμφάνιση κάποιου σε δραστηριότητα,
Hizo su debut en una película infantil, con tan solo cinco años,
Έκανε το ντεμπούτο της σε παιδική ταινία, όταν ήταν μόλις πέντε ετών
2. κνμ, θτρ, πρεμιέρα, πρώτη προβολή, πρώτη παράσταση,
fui invitado al debut de la obra teatral,
ήμουν καλεσμένος στην πρώτη παράσταση του θεατρικού έργου
debutante 1. ε, α θ, που κάνει ντεμπούτο, πρωτοεμφανιζόμενος, -η, -ο,
El delantero debutante anotó dos goles,
Ο πρωτοεμφανιζόμενος επιθετικός πέτυχε δύο γκολ
2. ρούκι, αρχάριος, -α, -ο, ντεμπιτάντ, El debutante es rápido, pero le falta control de balón,
Ο ρούκι είναι γρήγορος, αλλά του λείπει ο έλεγχος της μπάλας
3. εκφ, ser debutante, κάνω τα πρώτα μου βήματα
debutante 1. θ, αρχάρια, νεαρή πρωτοεμφανιζόμενη κοινωνικά,
La debutante tenía puesto un vestido precioso, Η νεαρή φορούσε ένα όμορφο φόρεμα
baile de debutantes, χορός για πρωτοεμφανιζόμενες κοινωνικά
debutar 1. ρα, ντεμπουτάρω, πρωτο-εμφανίζομαι για καλλιτέχνη, θίασο
La joven actriz debutó en la pantalla grande en 2015,
Η νεαρή ηθοποιός έκανε το ντεμπούτο της στη μεγάλη οθόνη το 2015,
2. ντεμπουτάρω σε δραστηριότητα, hoy debuta como director de la empresa,
σήμερα ντεμπουτάρει σαν διευθυντής της εταιρίας
3. κάνω πρώτη προβολή, πρεμιέρα, La obra debutó en el teatro Grand y fue todo un éxito,
Το έργο έκανε πρεμιέρα στο Grand Theatre και σημείωσε τεράστια επιτυχία