DALTONISMO= ΠΡΧ ΔΑΛΤΟΝΙΣΜΟΣ
daltonismo 1. α, ιατ, δαλτονισμός
daltónico, ca, daltoniano, na 1. ε, α θ, δαλτονικός, -ή, -ó, άτομο που πάσχει από δαλτονισμό
DALTONISMO= ΠΡΧ ΔΑΛΤΟΝΙΣΜΟΣ
daltonismo 1. α, ιατ, δαλτονισμός
daltónico, ca, daltoniano, na 1. ε, α θ, δαλτονικός, -ή, -ó, άτομο που πάσχει από δαλτονισμό