DALAI

DALAI-LAMA= ΠΡΧ ΔΑΛΑΙ-ΛΑΜΑ

daláí-lama, dalai-lama 1. α, Δαλάι Λάμα

lamaísmo 1. α, λαμαϊσμός

lamaísta 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ό με το λαμαϊσμό, λαμαϊστής, -ια

lamasería 1. θ, μοναστήρι των λάμα

Scroll to Top