CUSCURRO

CUSCURRO= ΠΡΧ ΚΟΡΑ, ΗΧΜ ΚΟΥΣΚ> ΚΡΑΤΣ ΚΟΡΑΣ, ΠΡΧ ΚΑΣΚΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cuscurro 1. α, πρχ κόρα ή κουσκ απο κόρα= ξερή κόρα ψωμιού

curruscante 1. ε, ηχμ κουσκάτο= τραγανός, -ή, -ó, pan curruscante, τραγανό ψωμί

coscurro 1. α, πρχ κόρα= ξερο-κόμματο ψωμιού, κρουτόν

cuesco 1. α, οικ, μτφ, κουσκ= πορδή

2. εκφ, tirarse un cuesco, οικ, μτφ, τραβάω, αφήνω, αμολάω μια πορδή

cosque, cosqui 1. α, οικ, μτφ, ηχκ κουσκ= κουτουλιά χωρίς να θέλω σε κάτι,

2. χτύπημα με την άρθρωση δακτύλων στο κεφάλι

3. καρούμπαλο

coscorrón 1. α, οικ, ηχμ κουσκ ή κασκα> κεφάλι= κουτουλιά χωρίς να θέλω σε κάτι

2. χτύπημα ελαφρύ με την άρθρωση δακτύλων

3. εκφ, darse un coscorrón, μου δίνω μια στο κράνος = χτυπώ το κεφάλι μου

escoscar 1. ρμ, πρχ ξε-κασκάρω> αφαιρώ την πιτυρίδα από την κάσκα> κεφάλι

2. ραντ, μτφ, κάνω κουσκ= κουνιέμαι ή είμαι ανήσυχος από κάποια ενόχληση ή φαγούρα,

se encoscaba por las escoceduras de las ingles,

κουνιόταν από τον ερεθισμό στη βουβωνική χώρα

Scroll to Top