CURDO= ΠΡΧ ΚΟΥΡΔΟΣ, ΜΤΦ ΚΟΥΔΟΥΝΙ ΑΠΟ ΠΟΤΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
curdo, da, kurdo, da 1. ε, κουρδικός, -ή, -ó
2. α θ, Κούρδος, Κούρδισσα
curdo, kurdo 1. α, Κουρδικά, Κουρδική γλώσσα
curda 1. θ, οικ, πρχ κουδού-νι απο ποτό ή λ-ιάρδα= μέθη, μεθύσι
¿Cómo amaneciste? Anoche te vi y estabas curda,
Πώς ξημέρωσες; Εχτές το βράδυ σε είδα και ήσουν λιάρδα
2. εκφ, agarrarse una curda, γραπώνω μια λιάρδα= γίνομαι λιάρδα, λιώμα απο ποτό, μεθώ