CUÑA= ΠΡΧ ΚΩΝΟΣ, ΣΦΗΝΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cuña πρχ κώνος
1. θ, σφήνα, τάκος για στήριγμα, metió una cuña debajo del mueble,
έβαλε μια σφήνα κάτω από το έπιπλο
2. πρχ τα-κούνι, No me gusta usar zapatos con cuña,
Δεν μου αρέσει να φοράω παπούτσια με τακούνι
3. τυπ, σφήνα
4. μτφ, σελίδα διαφημίσεων, cuña publicitaria, διαφημιστικό σποτ
5. μτφ, ουροδοχείο, πάπια
6. μετ, βαρομετρική περιοχή
7. ανα, σφηνοειδές οστό
8. μτφ, σαν σφήνα κάποιου σε κάτι= επιρροή
9. σνθ, cuña anticiclónica, αντικυκλώνας
cuña de altas presiones, περιοχή υψηλών πιέσεων
9. εκφ, hacer cuña, κάνω σφήνα με τα πέδιλα του σκι για να φρενάρω
meter cuña, meterse en cuña, μτφ, βάζω σφήνα με λόγια= σπέρνω διχόνοια
no hay peor cuña que la de la misma madera, μτφ, δεν έχει χειρότερη σφήνα από αυτήν του δικού σου ξύλου= από δικό σου θα το βρεις, εξ οικείων τα βέλη
acuñar πρχ κόβω με εργαλείο-κώνο κάτι
1. ρμ, κόβω νόμισμα, χαράζω μετάλλιο, Los romanos acuñaban sus monedas en el templo de Juno Moneta, Οι Ρωμαίοι έκοβαν τα νομίσματά τους στον ναό της Ήρας Μονέτας
2. στερεώνω, σφηνώνω με κώνο> σφήνα κάτι, Acuñé la puerta con una piedra,
Σφήνωσα την πόρτα με μια πέτρα
3. μτφ, δημιουργώ, επινοώ λέξη, έκφραση, σαν να χαράζω με κώνο,
El dictador acuñó un eslogan que sus seguidores siguen repitiendo hoy en día,
Ο δικτάτορας επινόησε ένα σύνθημα που οι οπαδοί του εξακολουθούν να επαναλαμβάνουν σήμερα
acuñación 1. θ, χάραγμα με κώνο= νομισματοκοπία
2. δημιουργία νεολογισμών
3. τοποθέτηση σφήνας, σφήνωμα
acuñador, ra 1. α θ, νομισματοκόπος
reacuñar 1. ρμ, περι-κωνίζω νόμισμα= θέτω εκ νέου νόμισμα σε κυκλοφορία
reacuñación 1. θ, εκ νέου κοπή νομίσματος
recuñar 1. ρμ, ορυ, εξάγω πέτρωμα ή ορυκτό χρησιμοποιώντας σφηνοειδείς τάκους
cuneiforme 1. ε, σφηνο-ειδής, -ής, -ές
cunnilingus 1. α, μτφ, κωνο> αιδοιο-λειξία
cuño 1. α, σαν κώνος που αφήνει σφραγίδα= καλούπι, μήτρα,
El cuño para sellar las medallas tenía un escudo labrado,
Το καλούπι για να σφραγίσεις τα μετάλλια είχε μια σκαλιστή ασπίδα
2. σφραγίδα, El cuño hallado en los archivos data del siglo XV,
Η ευρισκόμενη σφραγίδα στα αρχεία χρονολογείται από τον 15ο αιώνα
3. εκφ, de nuevo cuño, νέας κοπής, πρόσφατος, καινούργιος
expresión de nuevo cuño, έκφραση νέας κοπής
esconce 1. α, πρχ εσ-κώνος> εξω-κωνος= γωνία σε επιφάνεια, προεξοχή