CUERO

CUERO= ΠΡΧ ΚΟΡΑ, ΠΡΧ ΚΡΟΥΣΤΑ, ΠΡΧ ΧΟΡΙΟ, ΠΡΧ Κ-ΟΥΕΡΟ> ΕΚ-ΔΟΡΑ> Δ-ΕΡΑΣ> ΔΕΡΜΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cuero πρχ (χρυσόμμαλλο) δέρας= δέρμα, κουερο> γδάρω> δέρμα

1. δέρμα ζώου, Matan a los tigres por su cuero, Σκοτώνουν τις τίγρεις για το δέρμα τους

2. δέρμα υλικό, Esta chaqueta es de cuero genuino, Αυτό το τζάκετ είναι από γνήσιο δέρμα

3. πρχ κου-έρο> α-σκι-φορο= ασκί, El borracho bebió todo el vino de su cuero,

Ο μεθυσμένος ήπιε όλο το κρασί από το δέρμα του

4. πδφ, μτφ, πετσί, μπάλα

5. σνθ, cuero cabelludo, δέρμα της κεφαλής

6. εκφ, en cueros vivos, οικ, μτφ, σε δέρμα ζωντανό= ολόγυμνος

estar hecho un cuero, οικ, μτφ, είμαι σκνίπα στο μεθύσι, σαν ασκί

dejar a alguien en cueros, μτφ, αφήνω κάποιον με τα δέρματα= γδύνω, παίρνω ρούχα, χρήματα, άλλα πράγματα, la asaltaron y la dejaron en cueros,

Της επιτέθηκαν και την έγδυσαν, της τα πήραν όλα

descuerar 1. ρμ, πρχ ξε-δερίζω= γδέρνω ζώο, El cazador sacó su cuchillo y descueró su presa,

Ο κυνηγός έβγαλε το μαχαίρι του και έγδαρε το θήραμα του

escoriación 1. θ, ιατ, πρχ εκδορά

escoriar 1. ρμ, ιατ, εκδέρω, προκαλώ εκδορά

2. ραντ, ιατ, παθαίνω εκδορά

excoriar 1. ρμ, ιατ, εκδέρω, προκαλώ εκδορά.

2. ραντ, ιατ, παθαίνω εκδορά

excoriación 1. θ, ιατ, εκδορά, αμυχή

coracha πρχ κόρα, κρούστα σαν δέρμα

1. θ, δερμάτινη σακούλα, σάκος

corambre 1. θ, δέρμα, τομάρι, ασκός

corambrero α, πρχ κρουστ-αρης= βυρσοδέψης, δερματέμπορος

coraza 1. θ, πρχ κρούστα= πανοπλία θώρακα-πλάτης

2. θωράκιση πλοίου, οχήματος, la coraza del barco, η θωράκιση του πλοίου

3. κρούστα> καύκαλο χελώνας

4. μτφ, κρούστα= προστασία, περίβλημα σαν άμυνα σε κάποιον,

su orgullo le sirve de coraza, η περηφάνια του του χρησιμεύει για άμυνα

coracero 1. α, στρ, στρατιώτης ιππικού εφοδιασμένος με θώρακα, πανοπλία που καλύπτει το σώμα από το λαιμό μέχρι τους γλουτούς

2. οικ, μτφ, βαρύ τσιγάρο με κρούστα κακής ποιότητας, πούρο στούκας

acorazar 1. ρμ, κρουστάρω ή μτθ κο-ρα-ζαρ> θ-ωρα-κί-ζω πλοία ή φρούρια,

acorazar una muralla, θωρακίζω ενα τείχος

2. ραντ, θωρακίζομαι, προστατεύομαι, acorazarse contra el enemigo,

θωρακίζομαι κόντρα στον εχθρό

acorazamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του acorazar, θωράκιση

acorazado 1. α, θωρηκτό, El acorazado tenía los mejores cañones,

Το θωρηκτό είχε τα καλύτερα κανόνια

acorazado, da 1. ε, για πράγμα, θωρακισμένος, -η, -o, el vehículo estaba acorazado,

το όχημα ήταν θωρακισμένο

2. μτφ, για άτομο, σκληραγωγημένος, -η, -o, σκληρός, -ή, -ó, σαν με κόρα σκληρή

encorar 1. ρμ, εν-κρουστάρω = καλύπτω, ντύνω με δέρμα έπιπλο, πράγμα

mandó encorar los respaldos de las sillas, διέταξε να ντύσουν τις πλάτες των καρεκλών

2. ρα, ραντ, ιατ, επουλώνομαι, la herida del brazo ya empieza a encorarse,

Η πληγή στο χέρι έχει ήδη αρχίζει να επουλώνεται

coriáceo, a 1. ε, δερματώδης, -ης, -ες, φλουδερός, -ή, -ό

corito, corita 1. ε, μόνο με δ-έρματα σωματικά= γυμνός, -ή, -ó

2. μτφ, δειλός, -ή, -ó, πρχ κοριτα> κότα

corión 1. α, βιο, χόριο

coroideo, a 1. ε, ανα, χοριοειδής, -ής, -ές.

coroides 1. θ, ανα, χοριοειδής χιτώνας

corzuelo 1. α, αγρ, ποσότητα σπόρων σιταριού που διατηρούν τη φλούδα τους, η οποία φεύγει με το φύσημα του ανέμου

cotiza 1. θ, ερλ, ταινία, κανόνας

escrófula 1. θ, ιατ, πρχ σκρόφα> γουρούνα= χοιράδωση

escrofulismo 1. α, ιατ, χοιράδωση

escrofuloso, sa 1. ε, α θ, χοιραδικός, -ή, -ó

corezuelo 1. α, πρχ κορεθουελο> σκροφουλι= γουρουνάκι γάλακτος

escrofularia 1. θ, βοτ, συκόρριζα θηλ η ρανούνκας

escrofulariácea 1. θ, βοτ, σκροφουλαρίδα

cormofita 1. ε, βοτ, που ανήκει στην ομάδα των κορμάφυτων

2. α, βοτ, κορμόφυτο

córtex 1. α, ανα, πρχ κορτεξ> κρούστα= εγκεφαλικός φλοιός

corteza 1. θ, φλοιός δέντρου

2. κόρα ψωμιού

3. κρούστα τυριού

4. φλούδα λεμονιού, πορτοκαλιού

5. ορν, πρχ κορτεθα> αγριόκοτα

6. γωλ, γήινος φλοιός

7. ανα, φλοιός του εγκεφάλου

8. σνθ, cortezas de cerdo, δέρμα γουρουνιού, φαί τηγανητό σαν μεζές

corteza terrestre, γωλ, ο φλοιός της γης

cortical 1. ε, ανα, πρχ κρουστ-ιακό= σχετικός, -ή, -ό με τον εγκεφαλικό φλοιό

corticoide 1. α, βιο, κορτικοειδές, επειδή εκκρίνονται από το φλοιό των επινεφριδίων

corticosteroide 1. α, ιατ, κορτικοστεροειδές

cortisona 1. θ, βιο, κορτιζόνη

descortezar 1. ρμ, αφαιρώ την κόρα, descortezar el pan, αφαιρώ την κόρα του ψωμιού

2. αποφλοιώνω δέντρο, Los nativos descortezaban los árboles,

Οι ντόπιοι αποφλοίωναν τα δέντρα

3. ξεφλουδίζω φρούτο

4. μτφ, αφαιρώ τραχύτητα, λειαίνω, Si tu meta es ser un autor publicado, vas a tener que descortezar tu estilo, Εάν ο στόχος σου είναι να γίνεις ένας δημοσιευμένος συγγραφέας,

θα πρέπει να λειάνεις το στυλ σου

descortezadura 1. θ, πρχ ξε-κρουστα= φλοιός, φλούδα

descortezamiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του descortezar

2. αποφλοίωση δέντρου

3. ξεφλούδισμα φρούτου

neocórtex 1. α, ανα, φλοιός του νεοχιτωνίου

neocortical 1. ε, ανα, νεο-χιτωνικο= σχετικός, -ή, -ό με το φλοιό του νεοχιτωνίου

subcortical 1. ε, βιο, υποφλοιώδης, -ης, -ες

corcha 1. θ, πρχ κρούστα, κόρα= ακατέργαστος φελλός

corchar 1. ρμ, encorchar

encorchar 1. ρμ, πρχ εν-κρουστάρω= βουλώνω με φελλό

2. αγρ, πιάνω ένα σμήνος μέλισσες και τις βάζω σε κυψέλη> φελλός

corchera 1. θ, διαχωριστικό σχοινί διαδρόμων σε πισίνα, επειδή έχει φελλούς

2. πίνακας ανακοινώσεων από φελλό

3. δοχείο πάγου από φελλό

corchero, ra 1. ε, κρούστα- ή κορα-φόρο= φελλικός, -ή, -ό, σχετικός, -ή, -ó με το φελλό,

la industria corchera, η βιομηχανία φελλού

corcho 1. α, υλικό φελλός

2. τάπα, πώμα, φελλός μπουκαλιού, al abrir la botella se rompió el corcho,

όταν άνοιξε το μπουκάλι έσπασε το πώμα

3. φελλός ψαρέματος, πλωτήρας

4. δοχείο πάγου από φελλό

5. κυψέλη

6. εκφ, andar como el corcho sobre el agua, βαδίζω όπως ο φελλός πάνω στο νερό=

πάντα διαθέσιμος να κάνω κάτι που θέλει ο άλλος

corchos 1. α πλ, σωσίβιο για κολύμπι

corchoso, sa 1. ε, απο φελλό, φελλωτός, -ή, -ó, φελλώδης, -ης, ες

corchotaponero, ra 1. ε, πρχ κορα-ταπον-ερικός= σχετικός, -ή, -ό με τη βιομηχανία φελλού

acorchado, da 1. ε, σαν φελλός, με μορφή ή σύσταση σαν του φελλού

2. σπογγώδης, -ης, -ες, Tiene una textura acorchada, Έχει μια υφή σπογγγώδης

3. υπενδεδυμένος με φελλό

4. μτφ, για φρούτο, σαν φελλός= άγευστος, -η, -ο, άνοστος, -η, -ο

5. μτφ, για μέρος σώματος, μουδιασμένος, -η, -o

6. μτφ, για στόμα, στεγνός, -ή, -ό

acorchar πρχ κάνω ή γίνομαι σαν κρούστα> φελλός

1. ρμ, επενδύω με φελλό, acorchar las paredes, επενδύω με φελλό τους τοίχους

2. ραντ, γίνομαι σπογγώδης

3. μτφ, για φρούτο, είμαι άγευστος, άνοστος, esta manzana se ha acorchado,

αυτό το μήλο έχει γίνει άνοστο

4. μτφ, μουδιάζω, se le acorchan las piernas cuando está mucho tiempo sentado,

τα πόδια του μουδιάζουν όταν είναι για πολλή ώρα καθισμένος

descorchar πρχ ξε-κρουστάρω, ξε-κοριάζω

1. ρμ, βγάζω το φελλό, εκπωματίζω μπουκάλι

2. αφαιρώ το φλοιό του φελλόδενδρου, ξεφλουδίζω

3. μτφ, παραβιάζω χρηματοκιβώτιο, descorchar la caja fuerte

descorche 1. α, βγάλσιμο φελλού, άνοιγμα μπουκαλιού

2. αφαίρεση φλοιού σε φελλόδενδρο

descorchador 1. α, ξε-κρουσταδορος= τιρμπουσόν

alcorque 1. α, πρχ αλ-κο-ρκε> λάκκος= περιλάκκωση σε φυτό, σαν σχήμα φελλού στρογγυλό

2. πρχ τσόκαρο με πάτο φελλού

biricú 1. α, ζώνη για σπαθί

corcho 1. επφ, οικ, μτφ, πρχ κάτσε ρε! για να δείξεις έκπληξη, θυμό, ενόχληση με κάτι,

κοίτα δω! πω πω! ¡corcho!, vuelves a llevarte tú el dinero de la banca,

κοίτα δω, πω πω! ξανα-παίρνεις εσύ το χρήμα της μπάνκας

άι στο καλό!, ¡deja de molestar, corcho! άσε με ήσυχο, άι στο καλό!

córcholis 1. επφ, ευφ, για να δείξεις έκπληξη, θυμό, ενόχληση με κάτι, πω πω,

¡córcholis, no sabia que fueras tan alto! πω πω! δεν ήξερα ότι ήσουν τόσο ψηλός!

να πάρει η ευχή!, ¡córcholis, no comas con los dedos!

να πάρει η ευχή! μην τρως με τα δάκτυλα!

recórcholis επφ, οικ, ευφ, vα πάρει!, αϊ στο διάολο!

cena πρχ θενα> δενα> δείπ-νο ή βρα-δινό

1. θ, δείπνο, βραδινό, ¿qué hay de cena? τι έχει για βραδινό;

2. συγκέντρωση σαν δείπνο, La cena duró tres horas, το δείπνο διήρκησε 3 ώρες

3. σνθ, cena con baile, δείπνο με χορό

cena de despedida, αποχαιρετιστήριο δείπνο

cena de gala, επίσημο δείπνο, γκαλά

cena de Navidad, ρεβεγιόν Χριστουγέννων.

3. εκφ, la Última, Santa Cena, θρη, o Μυστικός Δείπνος

cenadero, cenador 1. α, πρχ δειπνό-μερος, -τήριο= κρεβατίνα, κληματαριά στον κήπο

cenáculo 1. α, θρη, αίθουσα όπου τελέστηκε ο Μυστικός Δείπνος

2. μτφ, στενός κύκλος ατόμων

cenar 1. ρα, δειπνώ, τρώω βραδινό, ¿qué hay para cenar? τι έχει για βραδινό;

2. ρμ, τρώω βραδινό, για βράδυ, cenó sólo una papa, για βραδινό έφαγε μόνο μια πατάτα

3. εκφ, cenar fuera, τρώω βραδινό έξω

ir, venir cenado, πάω, έρχομαι φαγωμένος, vino cenado de casa,

ήρθε φαγωμένος από το σπίτι

Scroll to Top