CRUJIDO

CRUJIDO= ΗΧΜ ΚΡΙΤΣ ΑΠΟ ΣΠΑΣΙΜΟ, ΤΡΙΒΗ, ΤΡΙΞΙΜΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

crujido 1. α, ηχμ κριτς απο ξύλο, σίδερο, ύφασμα κ.λπ, τρίξιμο, τριγμός, κρότος,

el crujido de unas pisadas, το τρίξιμο από πατημασιές

crujido de dientes, τρίξιμο δοντιών

crujido de la seda, θρόισμα μεταξιού

2. μτφ, ρωγμή μακριά σε σπαθί

crujiente 1. ε, που κάνει κρίτς= κριτσανιστός, -ή, -ó, τραγανός, -ή, -ó,

pan crujiente, κριτσανιστό ψωμί

chocolate crujiente, τραγανή σοκολάτα

crujir 1. ρα, κάνω κρίτς απο σπάσιμο ή τριβή, τρίζω, θροΐζω, κροταλίζω

crujir el pan al partirlo, κάνει κράτς το ψωμί όταν το κόβω

2. ραντ, κάνω κρακ, κροταλίζω, crujirse los dedos, κάνω κρακ τα δάκτυλά μου

Scroll to Top