CROMO

CROMO= ΧΡΩΜΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cromo πρχ χρώμα

1. α, χημ, χρώμιο

2. κάρτα μικρού μεγέθους με τυπωμένη εικόνα, αυτοκόλλητο

jugar con cromos, παίζω με κάρτες

3. εκφ, hecho un cromo, οικ, μτφ, σαν κάρτα = πολύ περιποιημένος, καλλωπισμένος, επιτηδευμένος, φιγουρίνι, hoy está hecho un cromo, con pajarita y todo,

σήμερα είναι φιγουρίνι, με παπιγιόν και τα πάντα

ή μτφ σαν πολύχρωμη κάρτα= ατημέλητος, απεριποίητος ή με γρατζουνιές, πληγές,

llegó a casa hecho un cromo y lo metí directamente en la bañera,

έφτασεε στο σπίτι χάλια και τον έβαλα αμέσως στην μπανιέρα

cromar 1. ρμ, τχν, χρωμ-ιάζω= κάνω επι-χρωμίωση

cromado 1. α, τχν, επι-χρωμίωση

acromado, da 1. ε, επι-χρωμιωμένος, -η, -ο

cromático, ca 1. ε, χρωματικός, -ή, -ó

cromátida 1. θ, βιο, καθένα από τα δύο μέρη στα οποία διαιρείται ένα χρωμόσωμα, χρωματίδα

cromatina 1. θ, βιο, χρωματίνη

cromatis 1. α, χημ, άλας ή εστέρας του χρωμικού οξέος

cromatografía 1. θ, χημ, χρωματο-γραφία

crómico, ca 1. ε, χημ, χρωμικός, -ή, -ó

cromofobia 1. θ, χρωματο-φοβία

cromófobo, ba 1. ε, χρωμόφοβος, -η, -ο

cromofotografía 1. θ, χρωμοφωτο-γραφία

cromógeno, na 1. ε, χρωματο-γόνος, -α, -ο

cromolitografía 1. θ, χρωμο-λιθογραφία, έγχρωμη λιθογραφία

cromolitografiar 1. ρμ, χρωμολιθογραφώ, τυπώνω με την τεχνική της χρωμολιθογραφίας

cromolitográfico, ca 1. ε, χρωμολιθογραφικός, -ή, -ό

cromolitógrafo, fa 1. α θ, χρωμολιθογράφος

cromoproteína 1. θ, χρωμο-πρωτέίνη

cromorradiómetro 1. α, φσκ, χρωματο-ραδιόμετρο

cromosfera 1. θ, αστρ χρωμό-σφαιρα

cromosoma 1. α, βιο, χρωματόσωμα, χρωμόσωμα

2. σνθ, cromosoma sexual, X φυλετικό χρωμόσωμα, χρωμόσωμα X

cromosómico, ca 1. ε, χρωματο-σωμικός, -ή, -ό

cromoterapia 1. θ, ιατ, χρωματοθεραπεία

cromotipia 1. θ, χρωμοτυπία

cromotipografía 1. θ, χρωμοτυπογραφία

cromotipográfico, ca 1. ε, χρωμοτυπογραφικός, -ή, -ό

cuatricromía 1. θ, τυπ, τετρα-χρωμία

monocromático, ca 1. ε, μονο-χρωματικός, -ή, -ό

monocromía 1. θ, μονο-χρωμία

monocromo, ma 1. ε, μονό-χρωμος, -η, -ο

pancromático, ca 1. ε, φωτ, παγχρωματικός, -ή, -ó

policroísmo 1. α, γωλ, πολύ-χροια

policromado, da 1. ε, πολύ-χρωμος, -η, -o, πολυ-χρωματισμένος, -η, -o

policromado 1. α, πολυ-χρωμία

policromía 1. θ, πολυχρωμία

policromo, ma, polícromo, ma 1. ε, πολύχρωμος, -η, -o

semicromático, ca 1. ε, μσκ, ημι-χρωματικός, -ή, -ó

tricromía 1. θ, τυπ, τρι-χρωμία

tricromo, ma 1. ε, τυπ, τρίχρωμος, -η, -o

acromatizar 1. ρμ, απο-χρωματίζω

acromático, ca 1. ε, αχρωματικός, -ή, -ό

acromatina 1. θ, βιο, αχρωματίνη

acromatismo 1. α, αποχρωματισμός

acromatófilo, la 1. ε, βιο, αχρωματόφιλος, -η, -o

acromatopsia 1. θ, ιατ, αχρωματοψία

acromio, acromion 1. α, ακρώμιο

bicromato 1. α, χημ, διχρωμικό άλας

bicromía 1. θ, διχρωμία

dicroico, ca 1. ε, φσκ, δι-χρωικός, -ή, -ó

dicroísmo 1. α, φσκ, διχρωισμός

dicromático, ca 1. ε, φσκ, διχρωματικός, -ή, -ó

dicromo, ma 1. ε, φσκ, δίχρωμος, -η, -o

discromía 1. θ, ιατ, δυσ-χρωμία

grava 1. θ, πρχ γκραβα> γαρμπιλι= αμμο-χάλικο

gravilla 1. θ, χαλίκι

gravilladora 1. θ, τχν, γαρμπιλ-οτηρι= μηχάνημα διάστρωσης χαλικιών

grujir 1. ρμ, ηχμ γκρ> ήχος τριβής= τχν λειαίνω τις ακμές γυαλιού κομμένου με διαμάντι

grujidor 1. α, τχν, εργαλείο λείανσης γυαλιού

Scroll to Top