CRISTAL

CRISTAL= ΠΡΧ ΚΡΥΣΤΑΛΛΟ, ΓΥΑΛΙ, ΠΡΧ ΚΡΟΥΣΤΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cristal πρχ κρύσταλλο

1. α, γυαλί, el vaso es de cristal, το ποτήρι είναι απο γυαλί

2. κρύσταλλο, copas de cristal, ποτήρια από κρύσταλλο

3. τζάμι παραθύρου, αμαξιού, οχήματος, cristal de ventana, coche

4. φακός γυαλιών

5. μτφ, καθρέπτης

6. ορυ, κρύσταλλος

7. σνθ, cristal ahumado, esmerilado, tintado, φιμέ, αμμοβολισμένο, βαμμένο γυαλί

cristal blindado, inastillable, θωρακισμένο, οπλισμένο γυαλί

cristal de aumento, μεγεθυντικός φακός

cristal labrado, tallado, κατεργασμένο, κομμένο γυαλί

cristal líquido, υγρός κρύσταλλος

cristal trasero, πίσω τζάμι αμαξιού

doble cristal, διπλό τζάμι

cristalera 1. θ, τζαμαρία πόρτας

2. παράθυρο

3. γυάλινη οροφή

4. κρυσταλλιέρα, έπιπλο βιτρίνα

cristalería 1. θ, γυαλικά, υαλικά

2. υαλοπωλείο, κατάστημα γυαλικών

3. υαλουργία, υαλουργείο, εργοστάσιο υαλικών

cristalero, ra 1. α θ, υαλοτεχνίτης, -ια, τζαμάς

2. υαλουργός

3. υαλοπώλης, -ια

cristalino, na 1. ε, κρυστάλλινος, -η, -ο, κρυσταλλένιος, -α, -ο

cristalino 1. α, ανα, ο κρυσταλλοειδής φακός του οφθαλμού

acristalar 1. ρμ, κρυσταλλώνω= περνάω, τοποθετώ τζάμια

acristalamiento 1. α, τοποθεσία τζαμιού

2. τζαμαρία, τζάμι

acristalado, da 1. ε, υαλούμενος, -η, -ο, με τζαμαρία

acristalado 1. α, τζαμαρία

cristalizar 1. ρα, ραντ, ρμ, για ουσία, κρυσταλλώνομαι, κρυσταλλώνω,

cristalizarse la sal, κρυσταλλώνεται το αλάτι

cristalizó la sustancia al pasarla del estado líquido al sólido,

κρυστάλλωσε την ουσία οταν την πέρασε απο υγρή κατάσταση σε στερεή

2. μτφ, για πλάνο, διαπραγματεύσεις, γίνομαι σαν κρύσταλλο= συγκεκριμενοποιούμαι, καταλήγω, παίρνω σχήμα, el proyecto no llegó a cristalizar,

το σχέδιο δεν συγκεκριμενοποιήθηκε

3. ρα, μτφ, για ιδέα, επιθυμία, συναίσθημα, αποκρυσταλλώνω,

sus sentimientos cristalizaron en una profunda ternura,

τα συναισθήματα τους αποκρυσταλλώθηκαν σε μια βαθιά τρυφερότητα

cristalización 1. θ, κρυστάλλωση ουσίας

2. μτφ, συγκεκριμενοποίηση σχεδίων, πλάνων, οριστική κατάληξη

3. μτφ, για ιδέα, επιθυμία, αποκρυστάλλωση, κατάληξη, παγίωση γνώμης, κατάστασης

cristalizador, ra 1. ε, κρυσταλλωτικός, -ή, -ό

cristalizador 1. α, χημ, κρυσταλλωτήρας, κρυσταλλωτήριο, υαλόδισκος

encristalar 1. ρμ, τοποθετώ τζάμι

cristalografía 1. θ, ορυ, κρυσταλλογραφία

cristalográfico, ca 1. ε, κρυσταλλογραφικός, -ή, -ó

cristaloide 1. α, κρυσταλλοειδής

cristaloideo, a 1. ε, κρυσταλλοειδη-ακός, -ή, -ό

cristaloquímica 1. θ, κρυσταλλο-χημεία

costra πρχ κρούστα

1. θ, κόρα ψωμιού, costra de pan,

2. κάκαδο πληγής, costra de herida

3. κρούστα βρωμιάς, costra de suciedad

4. κρούστα εδάφους, costra de tierra

5. σνθ, costra láctea, ιατ, νινίδα

costroso, sa 1. ε, κρουστώδης, -ες, -η, με κρούστα

2. μτφ, με κρούστα βρωμιάς, βρωμερός, -ή, -ό, ψωριάρης, -α, -ικο

encostrar 1. ρμ, εν-καλύπτω με κρούστα

2. ραντ, εν-καλύπτομαι με κρούστα, πιάνω κρούστα

crústula 1. θ, κρούστα, πέτσα, φλοιός σε κάτι

crustáceo 1. α, ζωλ, μαλακόστρακο

incrustar 1. ρμ, πρχ εν-καλύπτω με κρούστα κάτι για στολισμό, πέτρα, ξύλο,

επιστρώνω, ενθέτω, incrusté piezas doradas en la puerta para adornarla,

επίστρωσα κομμάτια χρυσά στην πόρτα για να την στολίσω

2. μτφ, μπήγω, χώνω στην κρούστα, επιφάνεια κάτι,

le incrustó una espina en el dedo, του έμπηξε ενα αγκάθι στο δάχτυλο

3. ραντ, σχηματίζω κρούστα σε μια επιφάνεια, επίπαγο

4. πιάνω πουρί απο βρωμιά

5. οικ, μπήγομαι, χώνομαι, σφηνώνομαι, se le incrustó una espina en el dedo,

του χώθηκε ενα αγκάθι στο δάχτυλο

la moto se incrustó en la pared, η μότο σφηνώθηκε στον τοίχο

6. μτφ, μου κάθεται σαν κρούστα στην μνήμη, se le incrustó aquella imagen en la memoria,

του καρφώθηκε εκείνη η εικόνα στην μνήμη

incrustación πρχ εν-κρούστωση

1. θ, ένθεση χρυσού, διαμαντιού

2. έμπαισμα κολιέ, πλαισίου

3. καθαλάτωση

4. μπήξιμο αντικειμένου σε επιφάνεια, incrustación de una flecha en el árbol,

μπήξιμο ενος βέλους στο δέντρο

5. μτφ, μπήξιμο ιδέας, εικόνας στο μυαλό

incrustado, da 1. ε, για πέτρα, υλικό στολισμού, ένθετος, -η, -o

2. για πράγμα, χωμένος, -η, -o, μπηγμένος, -η, -o

3. για ιδέα, παγιωμένος, -η, -o

4. μτφ, οικ, για άτομο, μπασμένος, -η, -o

incrustante 1. ε, εμπαιστός, -ή, -ó

desincrustar πρχ ξε-κρουστάρω κάτι, αφαιρώ την κρούστα

1. ρμ, απεγκολλώ, αφαιρώ βρωμιά απο τα τοιχώματα, επιφάνεια σωλήνα, συσκευής

2. αφαιρώ τις καθαλατώσεις, ξεπουριάζω

desincrustación 1. θ, απεγκόλληση, αφαίρεση βρωμιάς

2. αφαίρεση καθαλατώσεων απο σωλήνωση, desincrustación de tubería

desincrustante 1. ε, απεγκολλητικός, -ή, -ó βρωμιάς

2. αποκαθαλωτικός, -ή, -ό, που αφαιρεί καθαλατώσεις

3. α, απεγκολλητικό

4. αφαιρετικό καθαλατώσεων, αντικαθαλατωτικό

descostrar 1. ρμ, ξε-κρουστάρω= αφαιρώ την κρούστα

criobiología 1. θ, κρυοβιολογία

criocirugía 1. θ, ιατ, κρυοχειρουργική

criodastia 1. θ, γωλ, παγετώδης διάβρωση

crioconservación 1. θ, κρυο-συντήρηση

criodesecación 1. θ, φσκ, κρυο(απο)ξήρανση, λυοφιλίωση

criodeshidratación 1. θ, ψυκτο-εξάχνωση

criogenética 1. θ, κρυογενετική

criogenia 1. θ, φσκ, κρυογονική

criogénico, ca 1. ε, φσκ, κρυογονικός, -ή, -ó

criogenizar, crionizar 1. ρμ, τχν, κρυο-γονίζω= καταψύχω με κρυογονική

criogenización 1. θ, τχν, κρυογενετική

crionización 1. θ, κρυογένεση

criotécnica 1. θ, κρυοτεχνική

crioterapia 1. θ, ιατ, κρυοθεραπεία

criología 1. θ, φσκ, κρυολογία

crioluminiscencia 1. θ, φσκ, κρυοφωτοδιάυγεια

criomagnetismo 1. α, φσκ, κρυομαγνητισμός

criometría 1. θ, φσκ, κρυομετρία

criómetro 1. α, φσκ κρυόμετρο

crioscopia 1. θ, φσκ, κρυοσκοπία

crioscopio 1. α, φσκ κρυοσκόπιο

criostato 1. α, φσκ κρυοστάτης

criolita 1. θ, ορυ, κρυόλιθος

criónica 1. θ, κρυονική

crioturbación 1. θ, κρυοτάραξη, κρυοσάλευση

Scroll to Top