CREMA= ΠΡΧ ΚΡΕΜΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
crema 1. θ, κρέμα, crema de manos, κρέμα χεριών
crema facial, κρέμα προσώπου
crema de afeitar, κρέμα ξυρίσματος
2. μτφ, σούπα βελουτέ, crema de marisco, παχύρευστη σούπα θαλασσινών
3. γέμιση κρέμα, un pastel relleno de crema, μια τάρτα με γέμιση κρέμα
4. μτφ, βερνίκι παπουτσιών
5. γρμ, διαλυτικά, ( ϊ ) πρχ σαν να κρεμάς το γράμμα
6. σνθ, crema depilatoria, hidratante, solar κρέμα αποτριχωτική, ενυδατική, αντιηλιακή crema dental, οδοντόκρεμα
crema agria, batida, chantillí, ξινή κρέμα, σαντιγί
crema pastelera, κρέμα ζαχαροπλαστικής
crema de cacahuete, φυστικοβούτυρο
crema de cacao, βούτυρο κακάο
crema de leche, κρέμα γάλακτος
crema para zapatos, βερνίκι παπουτσιών
crema suavizante, μαλακτική κρέμα
7. εκφ, la crema, μτφ, αφρόκρεμα, la crema de la sociedad, η αφρόκρεμα της κοινωνίας
crema 1. ε, χρώμα κρεμ
crème de la crème 1. θ, la crème de la crème, η αφρόκρεμα, το ανφάν-γκατέ
crémor 1. α, χημ, crémor tártaro, τρυγία, ρυγικό κάλιο
cremoso, sa 1. ε, κρεμώδης, -ης, -ες, παχύρρευστος, -η, -ο
cremosidad 1. θ, κρεμότητα, η ιδιότητα του παχύρρευστου
descremar 1. ρμ, πρχ ξε-κρεμάρω= αποβουτυρώνω
descremado, da 1. ε, αποβουτυρωμένος, -η, -ο
descremadora θ, διαχωριστής Κρέμας Γάλακτος, κορυφολόγος, μηχανή αποβουτύρωσης
semidescremado, da 1. ε, ημι-απο-βουτυρωμένος, -η, -ο