COTÓN= ΠΡΧ ΚΟΤΟΝ> ΒΑΜΒΑΚΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cotón 1. α, πρχ κοτόν= εμπριμέ, σταμπωτό βαμβακερό ύφασμα
cotonada 1. θ, βαμβακερό ύφασμα
cotudo, da 1. ε, βαμβακερός, -ή, -ó
algodón πρχ αλ-γκοδον> κοτον> βαμβάκι
1. α, βαμβάκι, una camisa de algodón, βαμβακερό πουκάμισο
2. βοτ, βαμβακιά, una plantación de algodón, μια φυτεία από βαμβακιές, βαμβακο-φυτεία
3. σνθ, algodón dulce, de azúcar, μαλλί της γριάς
algodón hidrófilo, υδρόφιλο βαμβάκι
algodón en rama, ακατέργαστο βαμβάκι
algodón pólvora, βαμβακο-πυρίτιδα
4. εκφ, criar a alguien entre algodones, μτφ, μεγαλώνω κάποιον μεταξύ βαμβακιών= κακομαθαίνω, παραχαϊδεύω κάποιον
algodonal 1. α, βαμβακοφυτεία
algodonar 1. ρμ, γεμίζω με βαμβάκι
algodonera 1. θ, εργοστάσιο επεξεργασίας βάμβακος
algodonero, ra 1. ε, βαμβακερός, -ή, -ó
2. α θ, βαμβακοπαραγωγός
3. α θ, πωλητής, -ια, βάμβακος
algodonero 1. α. βοτ, βαμβακιά
algodonosa 1. θ, βοτ, βαμβακόχορτο
algodonoso, sa 1. ε, καλυμμένος, -η, -o με βαμβάκι