COSER

COSER= ΠΡΧ ΚΟΣΕΡ> Κ(Λ)ΩΣ-ΤΙΖΩ ΚΑΤΙ= ΡΑΒΩ ΜΕ ΚΛΩΣΤΗ,

ΠΡΧ CONSUERE> COSER> ΣΥΝ-ΣΕΙΡΩ> ΣΥΡ-ΡΑΠΤΩ,

ΜΤΘ SUTURA> ΣΟΥ-ΤΟΥ-ΡΑ> ΣΥΡ-ΡΑ-ΠΤΩ, ΠΡΧ ΚΟΤΣΑΡΩ=ΣΥΝΔΕΩ ΜΕ ΡΑΦΗ,

ΠΡΧ ΚΟΣΕΡ> ΓΑΖΑΡΩ> ΓΑΖΩΝΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

coser

1. ρμ, ράβω με κλωστή, coser un botón a una camisa, ράβω ενα κουμπί σε ενα πουκάμισο,

máquina de coser, ραπτο-μηχανή

2. ράβω με μηχανή, coser un vestido, ράβω ένα φόρεμα

3. συρράπτω με συνδετήρες

4. ιατ, κάνω ράμματα σε πληγή, ράβω

5. μτφ, γαζώνω με όπλο, lo cosieron a balazos, τον γάζωσαν με σφαίρες

6. κοτσάρω> συνδέω, ενώνω, cosió muchos trozos de alambre y cercó el jardín,

συνέδεσε πολλά κομμάτια απο σύρμα και έφραξε τον κήπο

7. ραντ, κοτσάρομαι σε κάποιον, κάτι, κολλάω, se cosió contra la pared,

κόλλησε κόντρα στον τοίχο

8. εκφ, ser coser y cantar, οικ, είναι ράβω και τραγουδώ= είναι πανεύκολο, παιχνιδάκι

este trabajo es coser y cantar, αυτή η δουλειά είναι παιχνιδάκι

cosido, da 1. ε, ραμμένος, -η, -o στο χέρι ή σε μηχανή

cosido 1. α, ράψιμο

cosedora 1. θ, τυπ, μηχανή βιβλιοδεσίας

descoser 1. ρμ, πρχ ξε-κλωστίζω> ξε-ράβω= ξηλώνω,

al adelgazar tuvo que descoser y arreglar todas las faldas,

οταν αδυνάτισε χρειάστηκε να ξηλώσει και να επιδιορθώσει όλες τις φούστες

2. ραντ, ξηλώνομαι

descosedura 1. θ, ξήλωμα ραφής

descosido, da 1. ε, ξηλωμένος, -η, -o

2. μτφ, ασυνάρτητος, -η, -o για ομιλία, κείμενο, discurso, texto descosido

3. μτφ, για άτομο, με ξηλωμένη γλώσσα, φλύαρος, -η, -ο, αδιάκριτος, -η, -o

4. μτφ, για πράγμα, ακατάστατος, -η, -o

descosido 1. α, ξήλωμα

2. ξηλωμένη ραφή

3. εκφ, como un descosido, οικ, σαν ενα ξηλωμένο= πολύ, υπερβολικά

reir como un descosido ξε-καρδίζομαι, λύνομαι στα γέλια

gritar como un descosido, φωνάζω πολύ δυνατά

comer, beber como un descosido, τρώω, πίνω τον αγλέορα

trabajar, estudiar como un descosido, σκοτώνομαι στη δουλειά, διάβασμα

recoser πρχ περι-κλωστίζω= περι-ράβω

1. ρμ, ξανα-ράβω

2. μαντάρω, μπαλώνω

recosido 1. α, νέο ράψιμο

2. μαντάρισμα, μπάλωμα

sobrecosido 1. α, επι-κλώστισμα= πανω-βελονιά

costura πρχ coser> κοστουρα > συρ-ραπτικη

1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του coser

2. επάγγελμα ραπτικής

3. ραφή σε ύφασμα, ropa interior sin costuras, εσώρουχα χωρίς ραφές

4. ναυ, μάτισμα, ματισιά

5. σνθ, alta costura, υψηλή ραπτική

costurero, ra 1. α θ, ράφτης, ράφτρα

costurero 1. α, κουτί ραψίματος

2. έπιπλο ραψίματος

costurón 1. α, άσχημη ραφή

2. μτφ, μεγάλη ουλή

sobrecostura 1. θ, πρχ υπερ-κλώστισμα= διπλή ραφή

sutura 1. θ, βοτ, συρραφή

2. ιατ, ράμμα τραύματος

suturar 1. ρμ, ιατ, συρράπτω τραύμα

inconsútil 1. ε, α-συρ-ραπτος, -η, -ο, una túnica inconsútil, ένας χιτώνας χωρίς ραφές

enjulio, enjullo 1. α, τχν, πρχ εν-κύλινδρο= αντί αργαλειού, δοκός κυλινδρική

ensullo 1. α, τχν, ρόλο στημονιού

himen 1. α, ανα, υμένας

himeneo 1. α, υμέναιος

2. λγτ, επιθαλάμιο

himenio 1. α, βοτ, υμένιο

himenomiceto 1. α, βοτ, υμενο-μύκητας

himenóptero 1. α, ζωλ, υμενόπτερο

Scroll to Top