CORO= ΠΡΧ ΧΟΡΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
coro 1. α, χορωδία εκκλησίας, El coro canta todos los domingos en misa,
Η χορωδία ψάλλει κάθε Κυριακή στη λειτουργία
2. χορωδία ή μουσική σύνθεση που τραγουδάει μια χορωδία
3. θτρ, χορός
4. θρη, αγγελικό τάγμα
5. εκφ, a coro, εν χορώ, με μια φωνή, ομόφωνα, cantaban a coro, τραγουδούσαν όλοι μαζί contestar a coro, απαντώ ομόφωνα
hacer coro a, κάνω χορό στον= υποστηρίζω, los periódicos hacen coro al entrenador,
οι εφημερίδες υποστηρίζουν τον προπονητή
un coro de, μια ομοφωνία από, μια θύελλα από
coral 1. ε, μσκ, χορικός, -ή, -ó, música coral, μουσική χορική
2. α, μσκ, χορωδία
3. θ, χορωδία από άτομα, canta en una coral, τραγουδάει σε μια χορωδία
corear 1. ρμ τραγουδώ εν χορώ, απαγγέλλω ομαδικά
coreo 1. α, χωρείος, τροχαίος (πους)
2. μσκ, χορωδιακά μέρη
coreografiar 1. ρμ χορο-γραφώ
coreografía 1. θ χορογραφία
coreográfico, ca 1. ε χορογραφικός, -ή, -ó
coreógrafo, fa 1. α θ, χορογράφος
coriambo 1. α, χορίαμβος
corista 1. α θ, χορωδός
2. θ σε καμπαρέ, τραγουδίστρια, αρτίστα
corografía 1. θ, χορογραφία
entrecoro πρχ ενδο-χορο 1. α, ατκ, περιοχή γύρω από το ιερό του ναού, Ιερό Βήμα
sotacoro πρχ υπο-του-χορού 1. α, μέρος κάτω από τον εξώστη της χορωδίας (ναός)
trascoro πρχ μετα-χορο 1. α, ατκ, στοά σε Καθολικές εκκλησίες μεταξύ χορωδίας και κόγχης Ιερού
corea 1. θ, ιατ, χορεία
2. σνθ, corea de Huntington χορεία, νόσος Huntington
jauría πρχ χορεία από κάτι
1. θ, αγέλη σκύλων, La jauría empezó a ladrar al pasar por el cementerio,
Η αγέλη άρχισε να γαβγίζει καθώς περνούσαν από το νεκροταφείο
2. μτφ, συμμορία