COQUETA

COQUETA= ΠΡΧ ΚΟΚΕΤΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

coqueta 1. θ, μπουντουάρ, τουαλέτα, έπιπλο για να γίνεις κοκέτα

coqueto, a 1. ε, μτφ, για άτομο ντυμένο, περιποιημένος σαν κοκέτα, φιλάρεσκος, -η, -o

Diego es muy coqueto porque trabaja como modelo,

Ο Ντιέγκο είναι πολύ κοκέτα επειδή εργάζεται ως μοντέλο

2. ελκυστικός, -ή, -ό, Ese vestido negro hace que te veas muy coqueta,

Αυτό το μαύρο φόρεμα κάνει να φαίνεσαι πολύ ελκυστική

3. μτφ, για πράγμα, μέρος, σαν κοκέτα, χαριτωμένος, -η, -ο, περιποιημένος, -η, -ο,

casa coqueta, σπίτι κοκέτα

4. ε, α θ, μτφ, για άτομο που φλερτάρει, ερωτοτροπεί, σαγηνευτικός, -ή, -ό, σαγηνευτής, -ια

Un joven coqueto me invitó a un trago, Ένας σαγηνευτικός νέος με κάλεσε για ένα ποτό

coquetería 1. θ, φιλαρέσκεια, περιποίηση, εμμονή με εμφάνιση, no soporta su coquetería,

δεν αντέχω την φιλαρέσκεια του

2. φλερτάρισμα, ερωτοτροπία, χαριεντισμός,

La coquetería era parte de la personalidad de Ángel,

Το φλερτάρισμα ήταν μέρος της προσωπικότητας του Άνχελ

3. επιτήδευση, έλλειψη φυσικότητας σε τρόπους

coquetón 1. α, πράγμα κοκέτας= στολίδι, λούσο

coquetón, ona 1. ε, α θ, οικ, μτφ, για άτομο, που φλερτάρει, γόης, -ησσα

2. ε, για πράγμα σαν κοκέτα= χαριτωμένος, -η, -o, ελκυστικός, -ή, -ό,

llevaba un vestido coquetón, φόραγε ένα φόρεμα χαριτωμένο

coquetear 1. ρα, μτφ, γίνομαι κοκέτα= φλερτάρω, ερωτοτροπώ, ακκίζομαι με κάποιον,

coquetea con todas las mujeres de la oficina, φλερτάρει με όλες τις γυναίκες του γραφείου

2. μτφ, έχω επαφή με κάτι, φλερτάρω, en su juventud coqueteó con el comunismo,

στα νιάτα του φλέρταρε με τον κομμουνισμό

coqueteo 1. α, κυρ, μτφ, ερωτοτροπία, φλερτάρισμα,

El coqueteo del artista con las drogas acabó en una adicción,

Το φλερτ του καλλιτέχνη με τα ναρκωτικά κατέληξε σε εθισμό

2. φιλαρέσκεια

Scroll to Top