CONDUCIR= ΠΡΧ ΣΥΝ-ΟΔΗΓΩ, ΟΔΗΓΩ, ΡΙΖΑ ΔΟΥΚ> Ο-ΔΗΓΩ,
ΠΡΧ ΔΟΥΚΑΣ= ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ,
ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΟΔΗΓΩ, ΑΓΩ ΠΡΟΣ ΚΑΤΙ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
duque, esa 1. α θ, δούκας, -ισσα, El duque de Cambridge, Ο Δούκας του Κέιμπριτζ
ducal 1. ε, δουκικός, -ή, -ó, palacios ducales, δουκικά παλάτια
ducado 1. α, περιοχή διοικούμενη από δούκα= δουκάτο
2. τίτλος του δούκα, της δούκισσας
3. νόμισμα δουκάτο
4. σνθ, gran ducado Μέγα, Μεγάλο Δουκάτο
dux 1. α, πρχ δόγης
dogaresa 1. θ, πρχ δόγισσα
dogal 1. α, πρχ δογαλ> ο-δηγος για ζώα= καπίστρι, θηλιά σαν οδηγός για ζώα,
Eugenio conducía a su burro con un dogal,
Ο Ευγένιος οδηγούσε τον γάιδαρο του με μια θηλιά
2. κυρ, μτφ, θηλιά, El verdugo puso el dogal alrededor del cuello del criminal,
Ο δήμιος έβαλε τη θηλιά γύρω από το λαιμό του εγκληματία
Los revolucionarios libraron al pueblo del dogal de la tiranía,
Οι επαναστάτες απελευθέρωσαν τον λαό από τη θηλιά της τυραννίας
3. εκφ, estar con el dogal al cuello, a la garganta, είμαι με τη θηλιά στο λαιμό
dúctil πρχ ο-δηγητικό= που οδηγείται εύκολα
1. ε, για μέταλλο, υλικό, όλκιμος, -η, -ο, ελατός, -ή, -ό El hierro es un metal dúctil,
Ο σίδηρος είναι ένα όλκιμο μέταλλο
Alicia, ¿qué material dúctil es muy usado en alfarería? – La arcilla,
Αλίσια, ποιο όλκιμο υλικό χρησιμοποιείται ευρέως στην αγγειοπλαστική; – Ο πηλός
2. για υλικό, εύκαμπτος, -η, -ο, ευεπηρέαστος, -η, -ο,
3. για άτομο, εύπλαστος, -η, -ο, El rey era joven y dúctil, así que eran sus consejeros quienes en realidad gobernaban el reino, Ο βασιλιάς ήταν νέος και εύπλαστος, επομένως οι σύμβουλοι του ήταν αυτοί που στην πραγματικότητα κυβερνούσαν το βασίλειο
ductilidad 1. θ, ολκιμότητα μετάλλου
2. ευκαμψία υλικού
3. ευπλαστότητα ατόμου
ductor, ra 1. ε, α θ, λογ, πρχ οδηγητικός, -η, -ό, οδηγός, ηγέτης, που οδηγεί, για άτομο,
El ductor nos llevará a la victoria, Ο οδηγός θα μας οδηγήσει στη νίκη
ductriz 1. θ, οδηγήτρια, γυναίκα που άγει
acueducto 1. α, υγρ-οδηγός= υδρ-αγωγός
gaseoducto 1. α, γκαζ-οδηγός= γκαζ-αγωγός
oleoducto 1. α, πετρ-ελαι-οδηγός= πετρελαιο-αγωγός
ducha 1. θ, ντους, ντουζ, επειδή ο-δηγεί το νερό, está en la ducha, είναι στο ντους
Hay una ducha al lado de la piscina, Υπάρχει ντους δίπλα στην πισίνα
2. σνθ, ducha de agua fría, οικ, μτφ, ψυχρο-λουσία
ducha escocesa, σκωτσέζικο ντους
3. εκφ, tomar, darse una ducha, κάνω ένα ντους
duchar 1. ρμ, κάνω ντους, πλένω κάποιον, está duchando al niño, πλένει το παιδί
Es hora de duchar a los niños, Ήρθε η ώρα να κάνουμε ντους στα παιδιά
2. οικ, βρέχω, καταβρέχω, κάνω μούσκεμα, ¡nos has duchado a todos con tu refresco!
μας κατέβρεξες όλους με το αναψυκτικό σου!
3. ραντ, ντουζάρομαι, κάνω ντους, πλένομαι, se ducha cada mañana,
κάνει ντους κάθε πρωί
duchazo 1. α, οικ, ντουζάρα, Voy a darme un duchazo, Πάω να κάνω μια ντουζάρα
ducho, cha 1. ε, πρχ ο-δηγός λόγω πείρας ή με πολλά ντους> εμπειρία = επιδέξιος, -α, -ο, έμπειρος, -η, -ο, Contraté a un carpintero muy ducho para reparar mi mesa antigua,
Προσέλαβα έναν πολύ έμπειρο ξυλουργό για να επισκευάσει το παλιό μου τραπέζι
2. εκφ, estar ducho en, είμαι ο-δηγός= έμπειρος σε κάτι,
Estoy ducho en hacer toda clase de reparaciones caseras,
Είμαι έμπειρος σε κάθε είδους επισκευές σπιτιού,
estar ducho en la materia, είναι έμπειρος σε αυτό το θέμα
ser ducho en, είμαι δυνατός σε κάτι ή γνώστης σε αντικείμενο,
es ducho en español, είναι δυνατός στα Ισπανικά
Pregúntale a mi tío, él es muy ducho en deportes,
Ρώτα τον θείο μου, είναι πολύ γνώστης στα αθλήματα
aguaducho 1. πρχ υγρ-οδηγός= υδρ-αγωγός
2. ορμητική έλευση νερού
3. μέρος πώλησης υγρών, αναψυκτικών
4. μηχανή για άνοδος νερού από πηγάδι
abducir 1. ρμ, ανα, πρχ απ-οδηγώ= απάγω μέρος του σώματος
Cuatro músculos diferentes abducen el brazo en la articulación del hombro,
Τέσσερις διαφορετικοί μύες απάγουν το χέρι στην άρθρωση του ώμου
2. απ-(αγ)άγω κάποιον, για εξωγήινους, Afirma que extraterrestres intentaron abducirlo, Ισχυρίζεται ότι εξωγήινοι προσπάθησαν να τον απαγάγουν
3. μτφ, για πράξη που απ-άγει κάποιον, συνεπαίρνω,
el escritor abduce a los lectores con su novela,
o συγγραφέας συνεπαίρνει τους αναγνώστες με το μυθιστόρημα του
abducción 1. θ, ανα, απαγωγή μυ
2. απαγωγή από εξωγήινους
3. μτφ, συνεπαρμός αισθήσεων από κάτι
abductor 1. ε, α, ανα, απαγωγικός, -ή, -ό, απαγωγός
aducir 1. ρμ, πρχ εις-οδηγώ= προσάγω, προσκομίζω αποδείξεις, παρουσιάζω επιχειρήματα,
El abogado adujo pruebas contundentes para sustentar el caso,
Ο δικηγόρος προσκόμισε αδιάσειστα στοιχεία προς υποστήριξη της υπόθεσης
Si no puedes aducir argumentos bien fundamentadas, perderás el debate,
Αν δεν μπορείς να παρουσιάσεις τεκμηριωμένα επιχειρήματα, θα χάσεις τον διάλογο
aducción 1. θ, προσαγωγή, προσκόμιση
aductor 1. α, ανα, προσαγωγός μυς
aductor, ra 1. ε, ανα, προσαγωγικός, -ή, -ό, που προσάγει
condotiero 1. α, κοντοτιέρος, πρχ συν-οδηγητάρης, που οδηγεί τους άλλους για κάτι,
μισθοφόρος ή ηγέτης στρατιωτικός
conducir πρχ κον-δουκιρ> συν-οδηγώ ή οδηγώ
1. ρμ, οδηγώ για όχημα, conduce un coche, οδηγεί ένα αυτοκίνητο
2. οδηγώ, πηγαίνω σε ένα μέρος, el autobús los conducirá hasta el hotel,
το λεωφορείο θα τους πάει μέχρι το ξενοδοχείο
3. οδηγώ κάπου, βγάζω, esta conversación no nos conducirá a ninguna parte,
αυτή η κουβέντα δεν θα μας οδηγήσει, βγάλει πουθενά
Este pasillo conduce a la salida de emergencia,
Αυτός ο διάδρομος οδηγεί στην έξοδο κινδύνου
4. μτφ, οδηγώ μέσω αγωγού υλικό ροής, μεταφέρω, el cable conduce electricidad,
το καλώδιο μεταφέρει τον ηλεκτρισμό
estos tubos conducen agua, αυτοί οι σωλήνες μεταφέρουν νερό
5. μτφ, καθ-οδηγώ εταιρία, ομάδα, άτομο, διεξάγω δραστηριότητες,
él conducía a los obreros, αυτός καθοδηγούσε τους εργάτες
Mi gerente está conduciendo operaciones ilegales,
Ο προιστάμενος μου διεξάγει παράνομες δραστηριότητες
6. ραδ, τηλ, μτφ, οδηγώ πρόγραμμα= παρουσιάζω,
ese periodista conduce un programa deportivo,
αυτός o δημοσιογράφος παρουσιάζει μια αθλητική εκπομπή
7. ρα, οδηγώ, En Irlanda, la gente conduce por el lado izquierdo de la carretera,
Στην Ιρλανδία, οι άνθρωποι οδηγούν στην αριστερή πλευρά του δρόμου
8. ραντ, μτφ, οδηγώ τον εαυτό μου, δι-αγομαι= συμπεριφέρομαι,
se conduce con suma corrección, συμπεριφέρεται με πολύ ορθότητα
Últimamente se conduce de manera extraña, Τελευταία συμπεριφέρεται με τρόπο περίεργο
conducción 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του conducir,
2. οδήγηση οχήματος, Estoy haciendo un curso de conducción para sacar el carné,
Κάνω, παρακολουθώ μαθήματα οδήγησης για να πάρω δίπλωμα
3. οδηγός υλικού= σύνολο σωλήνων, σωλήνωση για μεταφορά υλικού με ροή, αγωγός,
Hoy no hay agua porque están haciendo reparaciones en la conducción de la zona,
Δεν υπάρχει νερό σήμερα επειδή κάνουν επισκευές στον αγωγό στην περιοχή
La conducción de esta casa está en un estado lamentable,
Η σωλήνωση αυτού του σπιτιού βρίσκεται σε άθλια κατάσταση
4. μτφ, οδήγηση= διαχείριση, διεύθυνση εταιρίας, ομάδας, έργου, καθοδήγηση,
La empresa a cargo de la conducción de la obra es la responsable de los accidentes,
Η υπεύθυνη εταιρεία για την διαχείριση του έργου είναι υπεύθυνη για τα ατυχήματα
5. φσκ, αγωγιμότητα
6. σνθ, conducción temeraria, επικίνδυνη οδήγηση
conducible 1. ε, οδηγήσιμος, -η, -ο
conducente 1. ε, οδηγητικός, -ή, -ό, που οδηγεί σε κάτι,
medidas conducentes a la disminución del paro,
μέτρα που οδηγούν στη μείωση της ανεργίας
2. μτφ, βοηθητικός, -ή, -ό, ευνοϊκός, -ή, -ό,
Este restaurante es muy ruidoso y no es conducente a negociar un trato,
Αυτό το εστιατόριο είναι πολύ θορυβώδες και δεν είναι βοηθητικό να διαπραγματευτείς μια συμφωνία
conducto πρχ συν-οδηγός= οδηγός, αγωγός
1. α, αγωγός υλικού ροής, σωλήνας, Los conductos se taparon y las calles se inundaron,
Οι σωλήνες φράχτηκαν και οι δρόμοι πλημμύρισαν
2. μτφ, τρόπος, μέσο, ¿Cuál es el mejor conducto para difundir esta información?
Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να διαδώσετε αυτές τις πληροφορίες;
3. ανα, αγωγός, πόρος, Este conducto lleva el aire a los pulmones,
Αυτός ο αγωγός μεταφέρει τον αέρα στους πνεύμονες
4. σνθ, conducto auditivo, biliar, hepático, lagrimal, ανα,
ακουστικός πόρος, χοληφόρος οδός, ηπατικός πόρος, αγωγός δακρύων
conducto deferente, ανα, σπερματικός πόρος
conducto de desagüe, αποχετευτικός αγωγός ή σωλήνας υπερχείλισης
conducto de humos, καπναγωγός σωλήνας, καπνοδόχος
5. εκφ, por conducto de, δια οδού του = μέσω, διαμέσου,
obtuvo el visado por conducto del antiguo embajador,
απέκτησε τη βίζα μέσω του πρώην πρέσβη
he presentado la solicitud de beca por el conducto oficial,
έχω υποβάλει την αίτηση για υποτροφία μέσω επίσημων καναλιών
conductor, ra 1. ε, οδηγητικός, -ή, -ó, El tallo de una planta está formado por una capa
externa de tejidos protectores, por debajo de los cuales se encuentran vasos conductores de savia, Ο στέλεχος ενός φυτού σχηματίζεται από ένα εξωτερικό στρώμα προστατευτικών ιστών, κάτω από τους οποίους βρίσκονται αγγεία οδηγητικά χυμού
2. α θ, οδηγός αυτοκινήτου
3. μηχανοδηγός
4. οδηγός φορτηγού, λεωφορείου, conductor de camión, autobús
5. ραδ, τηλ, παρουσιαστής, -ια
conductor 1. α, φσκ, αγωγός, El agua es un buen conductor de la electricidad,
Το νερό είναι καλός αγωγός του ηλεκτρισμού
conductivo, va 1. ε, φσκ, αγώγιμος, -η, -o
conductividad 1. θ, φσκ, αγωγιμότητα
conductancia 1. θ, φσκ, αγωγιμότητα
conductible 1. ε, φσκ, αγώγιμος, -η, -o
conductibilidad 1. θ, φσκ, αγωγιμότητα
conductímetro 1. α, φσκ, αγωγιμόμετρο
condutal 1. α, κατ, πρχ συν-οδηγητής= αγωγός όμβριων υδάτων
superconductor, ra 1. ε, φσκ, υπερ-αγώγιμος, -η, -o
superconductor 1. α, φσκ, υπερ-αγωγός
superconductividad 1. θ, φσκ, υπερ-αγωγιμότητα
conducta 1. θ, διαγωγή, συμπεριφορά, su conducta en clase es magnífica,
Η συμπεριφορά του στην τάξη είναι εξαιρετική
Es un hombre de conducta intachable, Είναι άνθρωπος με άψογη διαγωγή
2. εκφ, ajustar su conducta a algo, ρυθμίζω τη συμπεριφορά μου απέναντι σε κάτι
conductismo 1. α, ψυχ, πρχ οδηγητισμός= συμπεριφορισμός, μπιχεβιορισμός
conductista 1. ε, α θ, συμπεριφοριστικός, -ή, -ó, συμπεριφοριστής, -ια
conductual 1. ε, επμ, συμπεριφορικός, -ή, -ó
reconducir 1. ρμ, πρχ περι-συν-οδηγώ= ξανα-οδηγώ μια διαδικασία, ένα ζήτημα σε κανονικότητα, ανακατευθύνω, οδηγώ εκ νέου σε αρχικό σημείο κάτι,
Los refugiados que llegaron fueron reconducidos a otro centro,
Οι πρόσφυγες που έφτασαν ανακατευθύνθηκαν σε άλλο κέντρο
2. νομ, ανανεώνω, παρατείνω ένα συμβόλαιο ενοικίασης,
Cuando se reconduce un contrato, se acuerda una nueva fecha de finalización,
Όταν ανανεώνεται μια σύμβαση, συμφωνείται μια νέα ημερομηνία λήξης
reconducción 1. νομ, ανανέωση, παράταση συμβολαίου
2. ανακατεύθυνση, οδήγηση εκ νέου σε κάτι σε κανονικότητα
deducir πρχ εξ-οδηγώ κάτι= εξ-άγω από κάτι ή δια-οδηγούμαι από κάτι
1. ρμ, εξ-άγω συμπέρασμα από κάτι, συμπεραίνω, συνάγω,
dedujo de su frialdad que se había roto definitivamente la confianza,
συμπεραίνω από την ψυχρότητα του πως είχε σπάσει οριστικά η εμπιστοσύνη
2. εξάγω από σύνολο=αφαιρώ, puedes deducir los gastos médicos,
μπορείς να αφαιρέσεις τα ιατρικά έξοδα
deducción 1. θ, εξαγωγή συμπεράσματος, συμπέρασμα, επαγωγή,
No conocía esa palabra, pero adiviné su significado por deducción a partir del contexto,
Δεν ήξερα αυτή τη λέξη, αλλά μάντεψα τη σημασία της μέσω επαγωγής από συμφραζόμενα
El inspector de policía dijo que, tras analizar detenidamente los hechos, su deducción era que el asesino pertenecía al círculo próximo de la víctima, Ο αστυνομικός επιθεωρητής είπε ότι, αφού ανέλυσε προσεκτικά τα γεγονότα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο δολοφόνος ανήκε στον στενό κύκλο του θύματος
2. έκπτωση, Las donaciones a causas benéficas permiten una deducción del 10% en impuestos, Οι δωρεές για φιλανθρωπικούς σκοπούς επιτρέπουν έκπτωση φόρου 10%
3. κράτηση μισθού
4. φλφ, επαγωγή, παραγωγή
5. μσκ, συγχορδία, ανέβασμα-κατέβασμα τόνων, σαν δι-οδήγηση ήχων
6. σνθ, deducción fiscal, εξαγωγή φόρου= φορο-απαλλαγή,
deducible 1. ε, για ιδέα, εξ-αγώγιμος, -η, -ο, που βγαίνει συμπέρασμα,
es fácilmente deducidle que… εύκολα συμπεραίνουμε ότι…
no hay nada deducible de tal galimatías,
δεν υπάρχει τίποτα εξαγώγιμο από τέτοιο μπέρδεμα
2. για χρήμα, εκ-πιπτόμενος, -η, -o,
es deducible un 15% de los gastos médicos,
είναι εκ-πιπτόμενο ενα 15% απο τα ιατρικά έξοδα
deducibilidad 1. θ, εξαγωγημότητα τιμής= δυνατότητα έκπτωσης
deductivo, va 1. ε, συμπερασματικός, -ή, -ό, επαγωγικός, -ή, -ό,
método deductivo, επαγωγική μέθοδος
inducir πρχ εν-οδηγώ κάποιον ή κάτι ή δίνω κίνητρο για να το κάνει
1. ρμ, εν-οδηγώ κάποιον= παροτρύνω, προτρέπω,
nos indujeron las circunstancias, μας οδήγησαν> μας προέτρεψαν σε αυτό οι καταστάσεις
2. κάτι με εν-οδηγεί σε συμπέρασμα= συμπεραίνω, La lógica nos enseña que si estos hechos son ciertos, podemos inducir que otros del mismo tipo también lo serán,
Η λογική μας διδάσκει ότι αν αυτά τα γεγονότα είναι αληθή, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι και άλλα του ίδιου τύπου θα είναι επίσης αληθή,
inducir un principio físico, συμπεραίνω μια φυσική αρχή,
inducir una teoría, οδηγούμαι σε, συμπεραίνω μια θεωρία
3. ηκλ, επ-άγω
4. ιατ, εν-οδήγω σε μια κατάσταση, προκαλώ κάτι, El médico decidió inducir el parto,
ο ιατρός αποφάσισε να προκαλέσει την γέννα
5. inducir a, οδηγώ σε, su alegría induce a pensar que algo pasó,
η χαρά του οδηγεί να σκεφτείς πως κάτι έγινε
Las contradicciones del testigo indujeron a la policía a sospechar de él,
Οι αντιφάσεις του μάρτυρα οδήγησαν την αστυνομία να υποψιαστεί αυτόν
inducción, inducimiento 1. θ, εν-οδήγηση σε κάτι= προτροπή, παρότρυνση
2. επαγωγή λογικού συμπεράσματος
3. ηκλ, επαγωγή
inducido, da 1. ε, εν-οδηγούμενο= προκλητός, -ή, -ó, προκαλούμενος, -η, -ο, παρακινούμενος, -η, -o, parto inducido, προκλητός τοκετός
2. ηκλ, επαγώγιμος, -η, -ο, επαγωγικός, -ή, -ó, corrientes inducidas, επαγωγικά ρεύματα
inducido 1. α, ηκλ, επαγώγιμο
inductor 1. α, ηκλ, πρχ εν-οδηγός= επαγωγέας
inductancia 1. θ, ηκλ, επαγωγιμότητα, επαγωγή
inductividad 1. φσκ, επαγωγιμότητα
inductivo, va 1. ε, επαγωγικός, -ή, -ό
inductor, ra 1. ε, α θ, εν-οδηγητικός, -ή, -ό, παρακινητικός, -ή, -ό, υποκινητικός, -ή, -ό, παρακινητής, -ια, su amante es claramente el inductor del asesinato,
ο εραστής της είναι σαφώς ο υποκινητής της δολοφονίας
2. ηκλ, επαγωγικός, -ή, -ό
3. φσκ, επαγωγέας
andullo 1. α, πρχ ενδο-φυλλο= μεγάλο τυλιγμένο φύλλο καπνού
introducir πρχ ενδο-οδηγώ ή ενδο-άγω, οδηγώ μέσα σε κάτι
1. ρμ, εισάγω κάτι μέσα σε, Introduce la tarjeta en el cajero para sacar dinero,
Εισάγετε την κάρτα στο ΑΤΜ για να κάνετε ανάληψη χρημάτων
Introducir la mano en un agujero, εισάγω το χέρι σε μια τρύπα
Introducir mercancías en un país, εισάγω εμπορεύματα σε μια χώρα
El criado me introdujo en la sala, Ο υπηρέτης με οδήγησε στο δωμάτιο
2. εισάγω κάποιον σε κάτι, μυώ, τον κάνω αποδεκτό σε κάτι,
lo introdujo en su círculo de amistades, τον εισήγαγε στον φιλικό του κύκλο
Jorge me introdujo al buceo, Ο Χόρχε με μύησε στις καταδύσεις
3. μτφ, εισάγω, φέρνω, προκαλώ, introducir una moda, εισάγω μια μόδα,
los murciélagos pueden introducir virus en la población humana,
οι νυχτερίδες μπορούν να εισαγάγουν ιούς στον ανθρώπινο πληθυσμό
esta nueva medida ha introducido la discordia, αυτό το νέο μέτρο προκάλεσε διχόνοιες
4. πλφ, εισάγω, introduzca su número secreto, εισάγετε, τον μυστικό σας αριθμό
5. ραντ, εισάγομαι σε κάτι, μπαίνω, διεισδύω, se introdujo en el coche, μπήκε στο αμάξι
Las raíces de los árboles se introducen en el interior de las grietas de las rocas,
Οι ρίζες των δέντρων διεισδύουν στις σχισμές των βράχων
6. μτφ, εισάγομαι σε θέμα που δεν με αφορά, μπαίνω σε ξένο θέμα
introducción 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του introducir, -se
2. εισαγωγή σε παρουσίαση, πρόλογος, la introducción del libro, η εισαγωγή του βιβλίου,
la introducción del papel en la impresora, η εισαγωγή του χαρτιού στον εκτυπωτή,
una breve introducción, μια σύντομη εισαγωγή
3. εμπ, εισαγωγή εμπορεύματος
4. εμπ, εισαγωγή= παρουσίαση, λανσάρισμα σε προϊόν, κάτι
la introducción del automóvil eléctrico,
η εισαγωγή, παρουσίαση του ηλεκτρικού αυτοκινήτου
5. πλφ, εισαγωγή, καταχώριση, introducción de datos, εισαγωγή δεδομένων
6. μσκ, εισαγωγή
7. σνθ, introducción en bolsa, εισαγωγή στο χρηματιστήριο
introductivo, va 1. ε, εισαγωγικός, -ή, -ó
introductor, ra 1. ε, εισαγωγικός, -ή, -ó, un estudio introductor, μια εισαγωγική μελέτη
2. εισαγωγικός, -ή, -ó, που εισάγει κάτι νέο, που πρωτοπορεί, καινοτομεί,
el país introductor de esta moda, η χώρα που εισήγαγε αυτή τη μόδα
3. α θ, εισηγητής, εισηγήτρια, καινοτόμος, πρωτοπόρος, που εισάγει κάτι νέο,
Se le conoce como la introductora de estas técnicas pedagógicas en España,
Είναι γνωστή ως η εισηγήτρια αυτών των παιδαγωγικών τεχνικών στην Ισπανία
introductorio, ria 1. ε, που προσφέρεται για εισαγωγή, εισαγωγικός, -ή, -ó
manual introductorio, εγχειρίδιο εισαγωγικό
reintroducir 1. ρμ, επανεισάγω
producir πρχ πρ-οδηγώ= προ-άγω ένα αποτέλεσμα, παρ-άγω
1. ρμ, παράγω, la fábrica produce automóviles, το εργοστάσιο παράγει αυτοκίνητα
Todas las botellas que producen son de cristal reciclado,
Όλα τα μπουκάλια που παράγουν είναι κατασκευασμένα από ανακυκλωμένο γυαλί
Están produciendo cada vez más electricidad de fuentes sostenibles,
Παράγουν ολοένα και περισσότερο ηλεκτρική ενέργεια από βιώσιμες πηγές
España produce más aceitunas que cualquier otro país,
Η Ισπανία παράγει περισσότερες ελιές από οποιαδήποτε άλλη χώρα
2. παράγω κέρδος, απόδοση οικονομική, Al final la inversión no produjo mucho beneficio,
Τελικά, η επένδυση δεν απέφερε πολλά κέρδη
3. για κάτι που παράγει αποτέλεσμα= προκαλώ,
las vacunas produjeron muertes, τα εμβόλια προκάλεσαν θανάτους,
no me produjo muy buena impresión, δε μου έκανε και τόσο καλή εντύπωση
Esta polémica ha producido muchos problemas dentro de la comunidad,
Αυτή η διαμάχη έχει προκαλέσει πολλά προβλήματα στην κοινότητα
4. κνμ, τηλ, θτρ, παράγω= κάνω την παραγωγή
5. ραντ, παράγεται ένα συμβάν, γεγονός, συμβαίνει, προκαλείται,
el accidente se produjo por exceso de velocidad,
το ατύχημα προκλήθηκε από υπερβολική ταχύτητα
6. επμ, παράγομαι σαν έκφραση, εκδήλωση= εκφράζομαι, εκδηλώνομαι,
fue sancionado por producirse de manera no apropiada,
τιμωρήθηκε γιατί εκφράστηκε με τρόπο ανάρμοστο
producción 1. θ, παραγωγή αγαθών, producción agrícola, ganadera,
παραγωγή αγροτική, κτηνοτροφική
2. σύνολο παραγωγής και παραγωγή προϊόντος
3. παραγωγή σε κάτι, un autor con una extensa producción poética,
ένας δημιουργός με πλούσιο ποιητικό έργο
4. κνμ, τηλ, θτρ, παραγωγή, ayudante de producción, βοηθός παραγωγής
5. σνθ, producción en cadena, μαζική παραγωγή
producción en serie, σειριακή παραγωγή
producción limitada, περιορισμένη παραγωγή
producción masiva, μαζική παραγωγή
producto πρχ πρ-οδηγητό= προ-ιόν
1. α, προϊόν, productos agrícolas, προϊόντα αγροτικά
2. μτφ, προϊόν ενεργείας, αποτέλεσμα, καρπός, συνέπεια από κάτι,
todo es producto de un equívoco, όλο είναι αποτέλεσμα μιας παρερμηνείας
3. μαθ, προϊόν πράξης= γινόμενο
4. σνθ producto acabado, τελικό προϊόν
producto alimenticio, διατροφικό προϊόν
producto de primera necesidad, είδος πρώτης ανάγκης
producto interior bruto, neto οκν, ακαθάριστο, καθαρό εγχώριο προϊόν
producto manufacturado, βιομηχανικό προϊόν
producto nacional bruto, ακαθάριστο εθνικό προϊόν
productos de belleza, προϊόντα ομορφιάς
productor, ra 1. ε, παραγωγικός, -ή, -ό, που παράγει, país productor de petróleo,
χώρα παραγωγική σε πετρέλαιο, πετρελαιοπαραγωγός χώρα
2. α θ, παραγωγός, productores de plátanos, παραγωγοί μπανάνας
2. κνμ, τηλ, παραγωγός
3. σνθ, productor agrícola, παραγωγός αγρότης, καλλιεργητής,
productora 1. θ, κνμ, τηλ, παραγωγή, παραγωγός εταιρεία
productivo, va 1. ε, παραγωγικός, -ή, -ó, proceso productivo, παραγωγική διαδικασία
El proceso productivo en la fábrica está totalmente automatizado,
Η παραγωγική διαδικασία στο εργοστάσιο είναι πλήρως αυτοματοποιημένη
2. που παράγει αρκετά, παραγωγικός, -ή, -ó, γόνιμος, -η, -o,
reunión productiva, γόνιμη συνάντηση
las negociaciones fueron productivas, οι διαπραγματεύσεις υπήρξαν παραγωγικές
3. οκν, αποδοτικός, -ή, -ό, El negocio no es tan productivo como pensaba,
Η επιχείρηση δεν είναι τόσο παραγωγική όσο νόμιζα
productividad 1. θ, παραγωγικότητα
2. αποδοτικότητα
productible 1. ε, παραγώγιμος, -η, -ο
productibilidad 1. θ, παραγωγικότητα
2. δυναμικότητα παραγωγής, παραγωγιμότητα
subproducción 1. θ, υπο-παραγωγή, ανεπαρκής παραγωγή
subproducto 1. α, υποπροϊόν
improductivo, va 1. ε, πρχ μη-παραγωγικός, -ή, -ό, για έδαφος, διαπραγμάτευση,
άγονος, -η, -o, αντι-απαραγωγικός, -ή, -ó, άκαρπος, -η, -ο,
La improductiva reunión dejó a todo el mundo frustrado,
Η άκαρπη συνάντηση άφησε τους πάντες απογοητευμένους
improductividad 1. θ, μη-παραγωγηκότητα, αντι-παραγωγικότητα
ακαρπία
posproducción, postproducción 1. θ, κνμ, τηλ, μετα-παραγωγή
preproducción 1. θ, προ-παραγωγή για ταινία, δίσκο
superproducción 1. οκν, υπερ-παραγωγή
2. κνμ, υπερ-παραγωγή
subducción 1. θ, γωλ, υπο-οδήγηση= υπο-βύθιση
coproducir 1. ρμ, συμ-παράγω, παράγω από κοινού, συνήθως σε τηλ, θέατρο, κ.λπ
coproducción 1. θ, κνμ, θτρ, συμπαραγωγή
coproductor, ra 1. α θ, συμπαραγωγός
reproducir πρχ περι> ανα-παράγω
1. ρμ, αναπαράγω, Los traductores literarios tienen que reproducir el estilo del escritor,
Οι λογοτεχνικοί μεταφραστές πρέπει να αναπαράγουν το ύφος του συγγραφέα
Los ganaderos trataban de reproducir a los caballos de carrera para venderlos,
Οι εκτροφείς προσπάθησαν να αναπαράγουν τα άλογα κούρσας για να τα πουλήσουν
Necesitas una versión más nueva del programa para reproducir el video,
Χρειάζεσαι μια νεότερη έκδοση του προγράμματος για να αναπαράγεις το βίντεο
2. αναπαράγω μια συνήθεια, μιμούμαι, επαναλαμβάνω,
los hijos reproducen los comportamientos de los padres,
τα παιδιά αναπαράγουν τη συμπεριφορά των γονέων
Los científicos reprodujeron el experimento pero no lograron el mismo resultado,
Οι επιστήμονες επανέλαβαν το πείραμα, αλλά δεν πέτυχαν το ίδιο αποτέλεσμα
3. αναπαράγω υλικό, αντιγράφω, utiliza la fotocopiadora para reproducir,
χρησιμοποίησε το φωτοτυπικό για να αναπαράξεις, κάνεις αντίγραφα
4. αναπαράγω μια κατάσταση, αναπλάθω, la novela reproduce fielmente la guerra,
το μυθιστόρημα αναπλάθει πιστά τον πόλεμο
5. ραντ, αναπαράγομαι
6. ιατ, αναπαράγομαι
reproducción 1. θ, αναπαραγωγή υλικού
2. αναπαραγωγή αντιγράφου
3. προβολή, El vídeo consiguió un millón de reproducciones en solo dos horas,
Το βίντεο έφτασε το ένα εκατομμύριο προβολές σε μόλις δύο ώρες
4. αναπαραγωγή ατόμων
5. ιατ, αναπαραγωγή
6. σνθ, reproducción asexual, sexual, βλγ, μονογονική, αμφι-γονική αναπαραγωγή reproducción asistida, υποβοηθούμενη αναπαραγωγή
reproducible 1. ε, αναπαραγώγιμος, -η, -ο
reproductibilidad 1. θ, αναπαραγωγικότητα
reproductor 1. α, συσκευή αναπαραγωγής ήχου εικόνας
2. σνθ, reproductor de discos compactos, de DVD,
συσκευή αναπαραγωγής μουσικών ψηφιακών δίσκων, DVD
reproductor de vídeo, μαγνητοσκόπιο αναπαραγωγής βίντεο
reproductor, ra 1. ε, αναπαραγωγικός, -ή, -ό, un aparato reproductor de DVD,
μια συσκευή αναπαραγωγική για DVD
2. βλγ, αναπαραγωγικός, -ή, -ó
3. α θ, ζώο αναπαραγωγής
reproductividad 1. θ, ικανότητα αναπαραγωγής
reprógrafo, fa 1. α θ, ανα-παραγω-γράφος, ρεπρογράφος
reprografía 1. θ, αναπαραγωγογραφία, ρεπρογραφία
reprográfico, ca 1. ε, αναπαραγωγογραφικός, -ή, -ό, ρεπρογραφικός, -ή, -ό
reducir πρχ περι-οδηγώ= οδηγώ σε περι-ορισμό κάτι ή σε πιο μικρό
1. ρμ, μειώνω κάτι, λιγοστεύω, reducir los gastos, μειώνω τα έξοδα
2. περι-οδηγώ κάτι εκεί που θέλω, περιορίζω, la policía redujo al atracador,
η αστυνομία περιόρισε τον ληστή
3. περιοδηγώ κάτι= ανάγω, todo lo reduce al dinero, όλα τα ανάγει στο χρήμα
4. περιοδηγώ> μετατρέπω κάτι σε πολύ μικρό, reducir a polvo, μετατρέπω σε σκόνη
Su casa fue reducida a cenizas tras un incendio,
Το σπίτι του μετατράπηκε σε στάχτη μετά από μια πυρκαγιά
5. μαθ, απλοποιώ, reducir una fracción, απλοποιώ ένα κλάσμα
ή οκν, μετατρέπω, reducir libras a pesetas, μετατρέπω λίρες σε πεσέτες
6. χημ, αραιώνω
7. ιατ, ανατάσσω
8. ρα, κατεβάζω ταχύτητα, reducir a segunda, κατεβάζω σε δευτέρα
Reduce la velocidad para tomar la curva, Μειώστε ταχύτητα για να μπείτε στη στροφή
9. μαγ, βράζω ένα υλικό για να δέσει
10. ραντ, περι-οδηγούμαι σε μέγεθος, όγκο, ποσότητα= μειώνομαι, ελαττώνομαι
11. περιορίζομαι, su dieta se reduce a vegetales, η δίαιτα του περιορίζεται σε λαχανικά
12. κάτι περι-οδηγείται σε> ισοδυναμώ με, είμαι, καταλήγω σε, άγεται σε ένα σημείο,
todo se reduce a una cuestión de voluntad, όλα είναι ζήτημα θέλησης
El debate se redujo a si era necesaria una reforma de la educación,
Η συζήτηση κατέληξε στο κατά πόσον ήταν απαραίτητη η μεταρρύθμιση της εκπαίδευσης
13. εκφ, reducir a nada, εκ-μηδενίζω
reducimiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του reducir, -se
reducción 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του reducir, -se, μείωση, ελάττωση
2. ιατ, ανάταξη
3. ιστ, κοινότητα ιθαγενών Λατινικής Αμερικής υπό βασιλική ή εκκλησιαστική διοίκηση των Ιησουιτών με στόχο την κοινωνικο-οικονομική ενσωμάτωση τους
reduccionismo 1. α, αναγωγισμός, υπερ-απλούστευση σε κάτι περίπλοκο
2. φλφ, αναγωγισμός
reduccionista 1. ε, α θ, υπερ-αναγωγικός, -ή, -ό
2. φλφ, αναγωγιστικός, -ή, -ό, αναγωγιστής, -ια
reducibilidad 1. θ, περι-οδηγητικότητα= δυνατότητα μείωσης , ελάττωσης, περιορισμού
reducible 1. ε, μειώσιμος, -η, -ο, περιορίσιμος, -η, -ο, που μπορεί να μειωθεί ή
να ελαττωθεί, να περιοριστεί
reductible 1. ε, μειώσιμος, -η, -ο, περιορίσιμος, -η, -ο, που μπορεί να μειωθεί ή
να ελαττωθεί, να περιοριστεί
irreducible πρχ μη-περι-οδηγητός= που δε πράττει το reducir, -se
1. ε, αμείωτος, -η, -ο
2. μη μετατρέψιμος
3. ιατ, μη ανατάξιμος, -η, -ο, una fractura irreducible, ένα μη ανατάξιμο κάταγμα.
4. μτφ, δεν μειώνει την αντίσταση= ανυποχώρητος, -η, -o, un enemigo irreducible,
ένας ανυποχώρητος εχθρός
irreductible 1. ε, αμείωτος, -η, -ο
2. αδιάλλακτος, -η, -ο, un carácter irreductible, αδιάλλακτος χαρακτήρας
irreductibilidad 1. θ, η ιδιότητα του irreductible
reducido, da 1. ε, μειωμένος, -η, -ο, ελαττωμένος, -η, -ο, σε μέγεθος, ποσότητα
2. μαθ, απλοποιημένος, -η, -ο
reductor 1. μειωτήρας ταχύτητας
2. μειωτήρας πίεσης
reductor, ra 1. ε, μειωτικός, -ή, -ό, περιοριστικός, -ή, -ό
reductor 1. ε, α, χημ, αραιωτικός, -ή, -ó, αραιωτής
reducto πρχ περι-οδηγητηριο > σημείο που καταλήγω
1. α, στρ, καταφύγιο, οχυρό, estamos en el reducto, είμαστε στο καταφύγιο,
Los soldados en el reducto fueron asediados por un mes, pero nunca se rindieron,
Οι στρατιώτες στο οχυρό πολιορκήθηκαν για ένα μήνα, αλλά δεν παραδόθηκαν ποτέ
2. μτφ, καταφύγιο, προπύργιο, El partido conservador es el reducto de la derecha,
Το Συντηρητικό Κόμμα είναι το προπύργιο της δεξιάς
manorreductor 1. α, φσκ, πρχ μανο> χειρο-περι-οδηγητής=
εκτονωτής, μειωτήρας, ρυθμιστής πίεσης
seducir πρχ σε-οδηγώ εκεί που θέλω ή σε= απ-οδηγώ από την πορεία σου
1. ρμ, θέλγω, γοητεύω κάποιον ή κάτι με έλκει, αποπλανεί, σαγηνεύει, δελεάζει,
me seduce su mirada, με θέλγει, αποπλανεί η ματιά του
Mi novia se compró lencería sexy para seducirme,
Η κοπέλα μου αγόρασε σέξι εσώρουχα για να με αποπλανήσει
La idea de viajar a Tailandia con Samuel me sedujo,
Η ιδέα να ταξιδέψω στην Ταϊλάνδη με τον Σάμιουελ με σαγήνευσε
2. πείθω, nos sedujo a todos para que calláramos su delito,
μας απ-οδήγησε> έπεισε όλους για να σιωπούσαμε την παρανομία του
3. ξελογιάζω, αποπλανώ κάποιον ερωτικά, sedujo a una chica,
αποπλάνησε μια κοπέλα
seducción 1. θ, αποπλάνηση, ξελόγιασμα, Nunca subestimes el poder de la seducción,
Ποτέ μην υποτιμάς τη δύναμη της αποπλάνησης
2. έλξη, θέλγητρο, γοητεία από κάτι, δέλεαρ, σαγήνη
3. πράξη και αποτέλεσμα του seducir
seductor, ra 1. ε, α θ, θελκτικός, -ή, -ó, γοητευτικός, -ή, -ó, δελεαστικός, -ή, -ό
σαγηνευτικός, -ή, -ό, la voz seductora de la cantante, η σαγηνευτική φωνή του τραγουδιστή
La oferta que me hizo la empresa es bastante seductora,
Η προσφορά που μου έκανε η εταιρεία είναι αρκετά δελεαστική
2. ερωτικά ελκυστικός, -ή, -ό
3. α θ, ελκυστικό άτομο, σαγηνευτής, -ια, πλανεύτρα, γόης, -α, γυναικοκατακτητής,
Marcos era un seductor que flirteaba con cuanta mujer conocía,
Ο Μάρκος ήταν ένας γόης που φλέρταρε με κάθε γυναίκα που συναντούσε
traducir πρχ μετ-οδηγώ κάτι
1. ρμ, μεταφράζω σε άλλη γλώσσα, traduce del griego al español,
μεταφράζει από τα Ελληνικά στα Ισπανικά
2. μεταφράζω= εξηγώ, ερμηνεύω κάτι, tradúceme lo que has dicho, no he entendido nada,
εξήγησε μου αυτό που έχεις πει, δεν έχω καταλάβει τίποτα
3. μτφ, μετ-οδηγεί σε κάτι, εκφράζει, su mirada traduce falta de confianza,
το βλέμμα του εκφράζει έλλειψη εμπιστοσύνης
4. traducir a, για γλώσσα, μεταφράζω στα, προς
traducir de, μεταφράζω από άλλη γλώσσα
traducirse por, μεταφράζομαι σε
5. ραντ, μεταφράζομαι
6. traducirse en, για κάτι, μεταφράζομαι σε,
el aumento del consumo se tradujo en un aumento de la inflación,
η αύξηση της κατανάλωσης μεταφράστηκε σε μια αύξηση του πληθωρισμού
7. εκφ, traducir directamente, de corrido, μεταφράζω κατ’ ευθείαν, αυτόματα
traducir literalmente, μεταφράζω επί λέξει
traductor, ra 1. α θ, μεταφραστής, -ια
2. σνθ, traductor jurado, ορκωτός μεταφραστής
traducción 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του traducir, -se, μετάφραση
2. σνθ, traducción asistida por ordenador, πλφ, μετάφραση υποβοηθούμενη από PC
traducción automática, αυτόματη μετάφραση
traducción directa ευθεία μετάφραση
traducción inversa, αντίστροφη μετάφραση
traducción libre, ελεύθερη μετάφραση
traducción literal μετάφραση επί λέξει
traducción literaria, λογοτεχνική μετάφραση
traducción simultánea, ταυτόχρονη μετάφραση
traducible 1. ε, μεταφράσιμος, -η, -ο
intraducibie 1. ε, ανευ>α-μετάφραστος, -η, -ο, μη μεταφράσιμος, -η, -ο
transductor 1. α, φσκ, πρχ μετ-οδηγητής= μετατροπέας, μορφοτροπέας
semiconductor, ra 1. ε, ηκλ, πρχ ημι-οδηγητικός= ημι-αγώγιμος, -η, -o
semiconductor 1. α, ημι-αγωγός
educar πρχ εξ-οδηγώ κάποιον προς κάτι
1. ρμ, εκπαιδεύω νοητικά, διδάσκω σε, educa a niños, διδάσκει σε παιδιά
Mi maestra fundó una asociación para educar a niñas en países pobres,
Η δασκάλα μου ίδρυσε έναν σύλλογο για να εκπαιδεύει τα κορίτσια σε φτωχές χώρες
2. ανατρέφω, εκπαιδεύω την ηθική, καλούς τρόπους, διαπαιδαγωγώ,
Rafael educó a sus hijos para que respetaran a sus mayores,
Ο Ραφαέλ ανάθρεψε τα παιδιά του ώστε να σέβονταν τους μεγαλύτερους τους
3. εκπαιδεύω το σώμα με άσκηση για κάτι
4. εκπαιδεύω, εξασκώ, οξύνω τις αισθήσεις, educar el oído, εκπαιδεύω την ακοή
Luisa practica una series de ejercicios todos los días para educar la voz,
Η Λουίζα κάνει μια σειρά από ασκήσεις κάθε μέρα για να εξασκήσει τη φωνή της
5. εκπαιδεύω κατοικίδιο ζώο, hay que educar al perro para no suciar,
o σκύλος πρέπει να εκπαιδεύεται ώστε να μην βρωμίζει
6. ραντ, εκπαιδεύομαι σε ίδρυμα, χώρο, σπουδάζω, μορφώνομαι,
se educó en los mejores colegios, μορφώθηκε στα καλύτερα σχολεία
Guillermo se educó en la Universidad de Texas,
Ο Γκιγιέρμο σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Τέξας
educación 1. θ, εκπαίδευση νοητική, παιδεία, διδασκαλία,
educación primaria, πρωτοβάθμια εκπαίδευση,
el Ministerio de Educación, το Υπουργείο Παιδείας
2. διαπαιδαγώγηση, la educación de los jóvenes, η διαπαιδαγώγηση των νέων
3. τρόποι, ανατροφή, no tiene ninguna educación, δεν έχει καθόλου τρόπους
¡qué poca educación! οποία έλλειψη ανατροφής!
4. σνθ, buena educación, καλή ανατροφή
educación a distancia, διδασκαλία εξ αποστάσεως
educación ambiental, περιβαλλοντική αγωγή
educación escolar, σχολική εκπαίδευση
educación especial, εξειδικευμένη εκπαίδευση
educación física, φυσική αγωγή
educación infantil, εκπαίδευση των παιδιιόν
educación obligatoria, υποχρεωτική εκπαίδευση
educación preescolar, προσχολική εκπαίδευση
educación secundaria, δευτεροβάθμια εκπαίδευση
Educación Secundaria Obligatoria, ESO, υποχρεωτική δευτεροβάθμια εκπαίδευση educación sexual, σεξουαλική αγωγή
educación vial, κυκλοφοριακή αγωγή
mala educación, κακή ανατροφή
5. εκφ, ser de buena educación, αποτελεί ένδειξη καλής ανατροφής,
es de buena educación ceder el asiento a una persona mayor,
αποτελεί ένδειξη καλής ανατροφής η παραχώρηση θέσης σε έναν ηλικιωμένο,
ser de mala educación, είναι, αποτελεί ένδειξη κακής ανατροφής
educacional 1. ε, εκπαιδευτικός, -ή, -ό
educacionista 1. ε, α θ, εκπαιδευτικός, -ή, -ό
educado, da 1. ε, εκπαιδευμένος ηθικά= ευγενικός, -ή, -ó, με καλούς τρόπους,
es una persona muy educada, είναι ένα πολύ ευγενικό άτομο
bien, mal educado, καλό-, κακο-αναθρεμμένος, -η, -ο
2. με εκπαίδευση, εκπαιδευμένος, -η, -ο
educadamente 1. επρ, ευγενικά, rechazó educadamente la invitación,
απέρριψε ευγενικά την πρόσκληση
educador, ra 1. α θ, εκπαιδευτής, -ια
2. εκπαιδευτικός, -ή λειτουργός, παιδαγωγός
3. ε, εκπαιδευτικός, -ή, -ό
4. σνθ, educador social, κοινωνικός παιδαγωγός
educando, da 1. α θ, μαθητής, -ια, σαν εκπαιδευόμενος
2. στρ, εκπαιδευόμενος, -νη
3. σνθ, educando de tambor, στρ, εκπαιδευόμενος τυμπανιστής
educativo, va 1. ε, που παρέχει εκπαίδευση, εκπαιδευτικός, -ή, -ó,
juegos educativos, εκπαιδευτικά παιχνίδια
un centro educativo, εκπαιδευτικό κέντρο, αναμορφωτήριο
2. σχετικό με εκπαίδευση, εκπαιδευτικός, -ή, -ó,
sistema educativo, εκπαιδευτικό σύστημα
educable 1. ε, εκπαιδεύσιμος, -η, -o
ineducación 1. θ, άνευ-εκ-παίδευσης= χωρίς τρόπους, αγένεια
2. έλλειψη εκπαίδευσης
ineducado, da 1. ε, ανεκπαίδευτος ηθικά, αγενής, -ής, -ές, ανάγωγος, -η. –ο
2. ανεκπαίδευτος, -η, -ο, χωρίς εκπαίδευση
reeducar 1. ρμ, πρχ περι-εκ-παιδεύω= μετεκπαιδεύω, επιμορφώνω
2. ιατ, επαν-εκπαιδεύω το σώμα να κινείται σε αποκατάσταση
reeducación 1. θ, επανεκπαίδευση, επιμόρφωση
2. ιατ, αποκατάσταση
3. σνθ, reeducación profesional, επαγγελματική επιμόρφωση
coeducar 1. ρμ, συν-εκπαιδεύω= εκπαίδευση σε μεικτό σχολείο, άρρεν και θήλυ
coeducación 1. θ, πρχ συν-εκ-παίδευση= μεικτή φοίτηση, μεικτό σχολείο
maleducar 1. ρμ, μελανο> κακο-εκ-παιδεύω κάποιον= κακο-ανατρέφω ηθικά,
κακομαθαίνω, Si no quieres maleducar a tu hijo, no deberías comprarle juguetes para calmar sus rabietas, Αν δεν θέλεις να κακομαθαίνεις το παιδί σου, δεν πρέπει να του αγοράζεις παιχνίδια για να ηρεμείς τα ξεσπάσματα του
maleducado, da 1. ε, κακομαθημένος, -η, -ο, αγενής, -ής, -ές, ανάγωγος, -η, -ο
2. α θ, κακομαθημένο άτομο
maleducadamente 1. επρ, αγενώς, ανάγωγα
atoar 1. ρμ, ναυ, πρχ ατοαρ> τραβώ= ρυμουλκώ
toar 1. ρμ, ναυ, πρχ τραβώ= ρυμουλκώ πλεούμενο