CLISTEL

CLISTEL= ΠΡΧ ΚΛΥΣΜΑ, ΗΧΜ ΚΛΟΥ-ΚΛΟΥ ΝΕΡΩΝ> ΥΠΟΝΟΜΟΣ

clistel, clister 1. α, ιατ, κλύσμα

cloaca 1. θ, υπόνομος, Vimos unas cloacas antiguas durante nuestro viaje a Roma,

Είδαμε κάποιους αρχαίους υπονόμους κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας στη Ρώμη

2. μέρος βρώμικο, με δυσωδία, σα βόθρος, οχετός, aquella casucha era una cloaca,

Εκείνη η παράγκα ήταν ένας βόθρος

3. ζωλ, κλοάκη, αμάρα

cataclismo 1. α, κατακλυσμός

Scroll to Top