CLAQUE

CLAQUE= ΗΧΜ ΚΛΑΚ, ΚΛΑΚΑ, ΚΛΑΚΕΤΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

claque 1. α, θτρ, κλάκα, κλακαδόροι

2. μτφ, άτομα σαν κλάκα κάποιου= κλίκα, ακόλουθοι, αύλακες, καμαρίλα

es el claque del presidente, είναι η κλάκα του προέδρου

claqué 1. α, κλακέτες

2. εκφ, bailar claqué, χορεύω κλακέτες,

claqueta 1. θ, κνμ, κλακέτα

claquetista 1. α θ, κνμ, κλακετιστής, -ια

clac 1. α, ψηλό καπέλο

2. θ, θτρ, κλάκα, Cada vez que el comediante decía una broma, la clac reía y aplaudía,

Κάθε φορά που ο κωμικός έλεγε ένα αστείο, η κλάκα γελούσε και χειροκροτούσε

3. μτφ, κλάκα κάποιου, ακόλουθοι, μτθ κλά-κα> αύ-λακες, καμαρίλα

4. επφ, κλακ!

chachara 1. θ, ηχμ τσα-τσα πολύβουης κουβέντας, κουβεντολόι

Dejen la cháchara y hagan algo útil,

Ας σταματήσετε το κουβεντολόι και ας κάνετε κάτι χρήσιμο

2. φλυαρία ατόμου

3. εκφ, estar de chachara, είμαι σε τσα-τσα= φλυαρία, φλυαρώ

chacharear 1. ρα, όλο τσα-τσα-τσα= φλυαρώ, πολυλογώ ανούσια

chacharero, ra 1. ε, α θ, όλο τσα-τσα-τσα= φλύαρος, -η, -o, πολυλογάς

cháncharras 1. θ πλ, τσατσαρα= δικαιολογίες, προφάσεις για να αποφύγω κάτι

2. εκφ, andar o no en cháncharras máncharras, πάω ή όχι με πρόφαση για να μην κάνω κάτι

No andemos en cháncharras máncharras, μην πάμε με προφάσεις για να μην το κάνουμε

Scroll to Top