CIVIL= ΠΡΧ ΣΙΤΙ> ΠΟΛΗ, ΠΡΧ ΣΙ-ΒΙΛ> ΑΣΤΥ-ΦΙΛ-ΙΑ> ΠΟΛΗ, ΠΡΧ ΚΕΙΜΑΙ, ΠΡΧ ΚΟΥΝΙΑ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cementerio πρχ κοιμητήριο
1. α, νεκροταφείο, κοιμητήριο ανθρώπων
2. μτφ, νεκροταφείο αντικειμένων
3. σνθ, cementerio de automóviles, de coches, νεκροταφείο αυτοκινήτων
cementerio nuclear, radioactivo, χώρος ταφής πυρηνικών, ραδιενεργών αποβλήτων
coma 1. α, ιατ, κώμα
2. σνθ, coma etílico, profundo, αιθυλικό, βαθύ κώμα
3. εκφ, despertar del coma, συνέρχομαι από κώμα
estar, entrar, en coma, βρίσκομαι, περιπίπτω, βυθίζομαι σε κώμα
comatoso, sa 1. ε, ιατ, κωματώδης, -ης, -ες
cuna πρχ κούνια
1. α, κούνια παιδιού, λίκνο
2. μτφ, πρχ κουνα> γουνα> γενεά, humilde cuna, ταπεινή γενιά
3. μτφ, πατρίδα, μέρος γέννησης κάποιου, λίκνο, γενέτειρα
4. μτφ, αρχή σε κάτι, κοιτίδα, la cuna de la civilización occidental,
η κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού
5. μτφ, διάστημα μεταξύ των κεράτων του ταύρου, σαν κούνια
6. μτφ, ορφανοτροφείο, σαν πολλές κούνιες παιδιών
7. σνθ, cuna colgante, κούνια, αιώρα
acunar 1. ρμ, κουνιάζω= κουνάω παιδί στην κούνια, acunó al bebé para dormir,
κούνιασε το μωρό για να κοιμηθεί
cunear 1. ρμ, acunar
2. ραντ, για πράγμα, πάω απο δω κι εκεί σαν κούνια, πρχ κουνιέμαι, λικνίζομαι,
el barco se cuneaba por las olas, το πλοίο κουνιόταν πέρα δώθε απο τα κύματα
cunero, ra 1. ε, α θ, για παιδί απο κούνια ορφανοτροφείου= έκθετος, -η, -o
2. ε, α, ταυ, μτφ, άγνωστης κούνιας> καταγωγής ταύρος
3. πολ, μτφ, για υποψήφιο, βουλευτή, εκτός περιφέρειας, σαν απο κούνια ξένη, ουρανοκατέβατος, -η, -o, φερμένος απο κυβέρνηση, diputado cunero
encunar 1. ρμ, πρχ εν-κουνιάζω= βάζω σε κούνια μωρό
2. ταυ, πιάνει ο ταύρος τον ταυρομάχο ανάμεσα στα κέρατα
incunable 1. ε, α, πρχ εν-κουνιαστό= απο κούνια, για έκδοση τυπογραφίας που έγιναν απο την εφεύρεση της μέχρι περίπου 1500 μ.χ, αρχέτυπος, -η, -ο, αρχέτυπο
2. για δημιουργία σπάνια, απο πρώτη κούνια, αρχέτυπος, -η, -ο, αρχέτυπο
ciudad πρχ σιουδαδ> σιτι, σιουτατ> αστο-τητα, πρχ κιουδαδ> κοίτω-μαι= πόλη
1. θ, πόλη, Mis abuelos viven en una ciudad pequeña cerca de Minneapolis,
Οι παππούδες μου ζουν σε μια μικρή πόλη κοντά στη Μινεάπολη
2. άστυ, αστικό περιβάλλον, migración del campo a la ciudad,
μετανάστευση από την ύπαιθρο αστικό περιβάλλον
3. σύνολο απο κτίρια, εγκαταστάσεις για κάποιο σκοπό, ciudad universitaria,
πανεπιστημιού-πολη
4. σνθ, ciudad de lona, τεντούπολη, καταυλισμός με αντίσκηνα
ciudad deportiva, αθλητικό χωριό
ciudad dormitorio, πόλη με κατοίκους που μετακινούνται καθημερινά σε παρακείμενο, μεγαλύτερο αστικό κέντρο για εργασία
ciudad estado, πόλη-κράτος
ciudad fantasma, πόλη φάντασμα
ciudad hermana, αδελφοποιημένη πόλη
ciudad hongo, πόλη μανιτάρι= ταχείας ανάπτυξης
ciudad jardín, κηπού-πολη, ημιαστική περιοχή με μονοκατοικίες με κήπο
ciudad natal, γενέτειρα πόλη
ciudad obrera, εργατού-πολη
ciudad olímpica, αθλ, ολυμπιακή πόλη
ciudad sanitaria, νοσοκομειακό συγκρότημα
ciudad satélite, πόλη δορυφόρος
ciudad metropolitana, μητροπολιτική πόλη
5. εκφ, la Ciudad Condal, πόλη της Βαρκελώνης, επειδή έμεναν οι Κομήτες της Βαρκελώνης la Ciudad del Vaticano, η Πόλη του Βατικανού
la Ciudad Eterna, η Αιώνια Πόλη
ciudadanía 1. θ, υπηκοότητα πολίτη, επειδή ζεί στη σιτι= πόλη ή κράτος
2. πολίτες, la ciudadanía local, η τοπική κοινωνία
3. πολιτοφροσύνη, κοινωνική αγωγή, mantener limpia la calle es un acto de ciudadanía,
να διατηρείς καθαρό τον δρόμο είναι μια πράξη πολιτοφροσύνης
ciudadano, na πρχ σχετικός με την σίτι
1. ε, α θ, αστικός, -ή, -ó, αστός, -τή, impuesto ciudadano, αστικός φόρος
2. πολιτικός, -ό, -ή όν, που είναι πολίτης, πολίτης,
se llama a sí mismo ciudadano del mundo, αυτο-αποκαλείται πολίτης του κόσμου
todos los ciudadanos somos iguales ante la ley,
όλοι οι πολίτες είμαστε ίσοι έναντι του νόμου
3. εκφ, el ciudadano de a pie, o μέσος πολίτης
ciudadela 1. θ, πρχ σιτ-ουλα> πόλη μικρή μέσα σε μεγάλη= ακρόπολη
Ciudad Real ονο, Θιουδάδ Ρεάλ
ciudadrealeño, ña 1. ε, από τη Θιουδάδ Ρεάλ
2. α θ, γηγενής, κάτοικος της Θιουδάδ Ρεάλ
conciudadano, na 1. α θ, συμ-πολίτης, -ισσα
civismo πρχ σι-βισμο> αστυ-φιλισμος= αστισμός, συμπεριφορά, τρόποι, σκέψη πόλης
1. α, πολιτοφροσύνη, ιδιότητα του καλού πολίτη
2. ευγένεια
civil πρχ σι-βιλ> αστυ-φιλος> που μένει σε άστυ, πόλη
1. α θ, πολίτης
2. πρχ αστυ-φυλ-αξ, που φυλάει τους πολίτες, χωροφύλακας, guardian civil
3. ε, σχετικό με πολίτη, αστικός, -ή, -ό, cementerio civil, αστικό νεκροταφείο
4. για χρήση πολιτών, αστικός, -ή, -ό, για δρόμους, γέφυρες, λιμάνια,
las carreteras, puentes, puertos civiles
5. μτφ, κοινωνικός, -ή, -ό, επειδή ζεί στην πόλη
6. πολιτικός, -ή, -ό, fiesta civil, πολιτική εορτή,
el índice de matrimonios civiles ha disminuido, ο δείκτης με γάμους πολιτικούς έχει μειωθεί
7. σνθ, guerra civil, εμφύλιος πόλεμος
8. εκφ, casarse por lo civil, παντρεύομαι με πολιτικό γάμο, πολιτικά
ir vestido de civil, φορώ πολιτικά
por lo civil, στο δημαρχείο
civilidad 1. θ, πολιτισμένη διαγωγή, φιλοφροσύνη
incivil 1. ε, μτφ, ανευ-αστυ-φιλιας> πόλης= απολίτιστος, -η, -ο
2. αγενής, -ής, -ές, άξεστος, -η, -ο, ακοινώνητος, -η, -ο
incivilidad 1. θ, αγένεια, ακοινωνησία
cívico, ca 1. ε, αστικός, -ή, -ό, του πολίτη, conciencia, conducta cívica,
συνείδηση, συμπεριφορά του πολίτη
plataforma cívica, βήμα του πολίτη
incívico, ca 1. ε, αγενής, -ής, -ές, comportamiento incívico, αγενής συμπεριφορά
2. απολίτιστος, -η, -o
civilista 1. ε, α θ, εξειδικευμένος, -η, -ο, ειδήμων στο αστικό δίκαιο
cívicamente 1. επρ, αστικά, πολιτικά, πολιτισμένα
civilizar 1. ρμ, πρχ αστυ-φιλίζω= εκπολιτίζω
2. ραντ, εκπολιτίζομαι
civilización 1. θ, πολιτισμός
civilizado, da 1. ε, εκ-πολιτισμένος, -η, -ο
civilizador, ra 1. ε, εκ-πολιτιστικός, -ή, -ό
incivilizado, da 1. ε, χωρίς κουλτούρα, ακαλλιέργητος, -η, -o, απολίτιστος, -η, -o
2. χωρίς τρόπους, αγενής, -ής, -ές