CIENO

CIENO= ΠΡΧ ΚΥΑΝΟ> ΧΡΩΜΑ ΒΑΛΤΟΥ, ΛΑΣΠΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cieno πρχ κυανό= χρώμα βάλτου

1. α, λάσπη, ιλύς, la rana se ocultó en el cieno de una charca,

ο βάτραχος κρύφτηκε στην λάσπη ενος λάκκου

2. μτφ, λάσπη στο όνομα κάποιου, βούρκος

ciénaga 1. θ, έλος, βάλτος

cenagal 1. α, έδαφος με βούρκο, τέλμα, el jardín se convirtió en un cenagal,

ο κήπος μετατράπηκε σε βούρκο

2. οικ, μτφ, κατάσταση σαν τέλμα, αδιέξοδο, por su ambición acabó en un cenagal,

απο την φιλοδοξία του κατέληξε σε ενα τέλμα

3. εκφ, meterse, estar metido en un cenagal, βρίσκομαι σε τέλμα, τα ’χω βρει σκούρα

salir de un cenagal, βγαίνω από το τέλμα

encenagarse πρχ εν-κυανούμαι= είμαι μέσα σε βάλτο

1. ραντ, είμαι σε βάλτο, βαλτώνω, τελματώνω

2. κυλιέμαι στη λάσπη

3. λασπώνομαι

4. μτφ, βαλτώνομαι σε πάθος, se ha encenagado con el alcohol,

έχει βαλτωθεί με το αλκοόλ

5. μτφ, βαλτώνομαι σε άγνοια

6. μτφ, λασπώνομαι ηθικά, λερώνομαι, se encenagó en negocios bastante turbios,

λασπώθηκε σε δουλειές αρκετά βρώμικες

encenagamiento 1. α, λάσπωμα

2. βούρκωμα σε έδαφος

3. μτφ, διαφθορά

cenagoso, sa 1. ε, βαλτώδης, -ης, -ες, λασπώδης, -ης, -ες,

camino cenagoso, λασπώδης δρόμος

encenagado, da πρχ εν-κυανο= λασπωμένο

1. ε, λασπωμένος, -η, -o

2. βουτηγμένος, -η, -o στη λάσπη

3. μτφ, διεφθαρμένος, -η, -o

Scroll to Top