CICLO

CICLO= ΠΡΧ ΚΥΚΛΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

ciclo 1. α, κύκλος για περίοδο, φάση, el ciclo del agua, o κύκλος του νερού,

ciclo biológico, βιολογικός κύκλος

2. σνθ, ciclo literario, λογοτεχνικός κύκλος

ciclo lunar, solar, κύκλος σεληνιακός, ηλιακός

ciclo menstrual, έμμηνος κύκλος

ciclo vital, κύκλος ζωής

primer, segundo ciclo, εκπ, πρώτος, δεύτερος κύκλος εκπαίδευσης

primer, segundo ciclo de la carrera, πρώτος, δεύτερος κύκλος σπουδών

cíclico, ca 1. ε, κυκλικός, -ή, -ó

cíclicamente 1. επρ, κυκλικά

ciclocrós, cidocross 1. α, αθλ, cyclocross

cicloidal, cicloideo, a 1. ε, γμτ, κυκλο-ειδής, -ής, -ές

cicloide 1. θ, γμτ, κυκλο-ειδής καμπύλη

ciclómetro 1. α, κυκλόμετρο

ciclomorfosis 1. θ, βιο, κυκλο-μόρφωση

ciclorama 1. α, θτρ, κυκλόραμα

cidosilicato 1. α, ορυ, κυκλο-πυριτικό άλας

ciclosporina 1. θ, ιατ, κυκλοσπορίνη

ciclostil, ciclostilo πρχ κυκλό-στιλο

1. α, τυπ, τεχνική πολύγραφου

2. τυπ, πολύγραφος, se estropeó el ciclostil, χάλασε o πολύγραφος

ciclostoma 1. α, ζωλ, κυκλόστομα

ciclóstomo 1. α, ζωλ, κυκλόστομα

cidoterapia 1. θ, ιατ, κυκλοθεραπεία

ciclotimia 1. α, ψυχ, κυκλοθυμία

cidotímico, ca 1. ε, ιατ, κυκλοθυμικός, -ή, -ó

ciclotrón 1. α, φσκ, κύκλοτρο

biciclo 1. α, δίκυκλο

bici 1. θ, ποδήλατο

2. εκφ, ir en bici, πηγαίνω με ποδήλατο

montar en bici, κάνω ποδήλατο

bicicleta 1. θ, ποδήλατο

2. σνθ, bicicleta de carreras, αγωνιστικό ποδήλατο

bicicleta de montaña, ποδήλατο βουνού

bicicleta estática, στατικό ποδήλατο

bicicleta todo terreno, todoterreno ποδήλατο παντός εδάφους

3. εκφ ir, montar en bicicleta, πηγαίνω με, κάνω ποδήλατο

bicicross 1. α, αθλ, αγώνας ποδηλάτων σε ανώμαλο έδαφος

bicilíndrico, ca 1. ε, τχν, δι-κυλινδρικός, -ή, -ó

ciclismo 1. α, ποδη-λασία

2. σνθ, ciclismo de, en ruta, ποδηλασία δρόμου

ciclismo en, de pista, ποδηλασία πίστας

3. εκφ, hacer ciclismo, κάνω ποδηλασία

ciclista 1. ε, α θ, ποδηλατικός, -ή, -ó, ποδηλάτης, -ισσα

cicloturismo 1. α, ποδηλατικός τουρισμός

cicloturista 1. θ, άτομο που κάνει ποδηλατικό τουρισμό,

cicloturístico, ca 1. ε, του ποδηλατικού τουρισμού, ruta cicloturística

διαδρομή ποδηλατικού τουρισμού

ciclomotor 1. α, μοτο-ποδήλατο

ciclomotorista 1. α θ, μοτοποδηλάτης, -ισσα

triciclo 1. α, τρίκυκλο

ciclamino, ciclamen 1. α, βοτ, κυκλάμινο

ciclón 1. α, κυκλώνας, ανεμοστρόβιλος, el ojo del ciclón, το μάτι του κυκλώνα

2. μτφ, κυκλώνας, ανεμοστρόβιλος, σίφουνας, su hijo es un verdadero ciclón,

o γιος της είναι πραγματικός ανεμοστρόβιλος

3. σνθ, ciclón tropical, τροπικός κυκλώνας

4. εκφ, como un ciclón, σαν ανεμοστρόβιλος, σίφουνας

ciclonal 1. ε, κυκλωνικός, -ή, -ó, του κυκλώνα, lluvias ciclonales, κυκλωνικές βροχές,

zona ciclonal, κυκλωνική ζώνη

ciclónico, ca 1. ε, κυκλωνικός, -ή, -ó vientos ciclónicos, κυκλωνικοί άνεμοι

tormentas ciclónicas, κυκλωνικές καταιγίδες

cíclope 1. α, κύκλωπας

ciclópeo, a 1. ε, μτφ, κυκλώπειος, -α, -ο, τεράστιος, -α, -ο για μέγεθος,

murallas ciclópeas, κυκλώπεια τείχη

esfuerzos ciclópeos, κολοσσιαίες προσπάθειες

encíclica 1. θ, θρη, εγκύκλιος

2. σνθ, encíclica papal, παπική εγκύκλιος

enciclopedia 1. θ, εγκυκλοπαίδεια

2. σνθ, enciclopedia electrónica, ηλεκτρονική εγκυκλοπαίδεια

enciclopédico, ca 1. ε, εγκυκλοπαιδικός, -ή, -ó

enciclopedista 1. ε, α θ, εγκυκλοπαιδιστικός, -ή, -ό, εγκυκλοπαιδιστής

cicuta πρχ κυκλωτό ποτήρι

1. θ, κώνειο για δηλητήριο, la cicuta que bebió Sócrates, το κώνειο που ήπιε o Σωκράτης

2. φυτό κώνειο, la cicuta crece en las tierras frías,

το κώνειο ευδοκιμεί στις ψυχρές περιοχές

3. σνθ, cicuta menor, βοτ, αίθουσα το κυνάπιον

reciclar 1. ρμ, ανα-κυκλώνω

reciclado 1. α, ανακύκλωση

reciclaje 1. α, ανακύκλωση

reciclable 1. ε, ανακυκλώσιμος, -η, -o

2. για υπάλληλο, empleado, μτφ, με ανακύκλωση γνώσεων, επιμορφούμενος, -η, -o

talismán πρχ τέλεσμα= θρησκευτική τέλεση για κάτι

1. α, μτφ, φυλαχτό, χαϊμαλί, γούρι, su talismán de cuarzo atrae energía positiva,

το φυλαχτό του απο χαλαζία προσελκύει θετική ενέργεια

2. άτομο, πράγμα σαν γούρι, Es la jugadora talismán del equipo,

Είναι η παίκτρια γούρι της ομάδας

Scroll to Top