CICATRIZ

CICATRIZ= ΠΡΧ ΤΣΙΚ ΣΩΜΑΤΙΚΟ, ΨΥΧΙΚΟ> ΟΥΛΗ, ΣΗΜΑΔΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cicatriz πρχ σικατρις> σαν τσικ ή τσιγαριά σε δέρμα

1. θ, ουλή, σημάδι, una cicatriz en la rodilla, μια ουλή στο γόνατο

2. μτφ, ψυχικό τσικ= σημάδι, πληγή, las cicatrices del alma, τα σημάδια της ψυχής

La pérdida de su madre a los 13 años le dejó una cicatriz profunda,

Η απώλεια της μητέρας του σε ηλικία 13 ετών του άφησε μια βαθιά πληγή

cicatrizar 1. ρα, ρμ, κλείνω το τσικ σε δέρμα= επουλώνω, la herida ha cicatrizado bien,

η πληγή έχει επουλώσει καλά

cicatrización 1. θ, επούλωση

cicatrizable 1. ε, επουλώσιμος, -η, -o

cicatrizante 1. ε, επουλωτικός, -ή, -ó

2. α, επουλωτικό

Scroll to Top