CHUCHEAR

CHUCHEAR= ΗΧΜ ΚΑΝΩ ΤΣΟΥΤΣ ΣΕ ΚΥΝΗΓΙ, ΨΙΘΥΡΙΖΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

chuchear 1. ρα, κάνω τσουτς= κυνηγώ μιμούμενος τα καλέσματα των πουλιών

cuchichiar 1. ρα, σφυρίζω για πέρδικες

chuchería 1. θ, ηχμ τσουτς όταν τα τρώω= ζαχαρωτά

las caries del niño se debían al azúcar de las chucherías que comía,

Η τερηδόνα του παιδιού οφείλονταν στη ζάχαρη στα γλυκά που έτρωγε

2. ηχμ, τσουτς απο ήχο τριβής= μπιχλιμπίδι

3. ηχμ, τσουτσάρισμα= κυνήγι με τη χρήση καλεσμάτων των πουλιών

cuchichear 1. ρα, ηχμ κουτς ψιθύρου ή πρχ κου-τσι-τσεαρ> κου-τσο-λέω κάτι στο αυτί= ψιθυρίζω ή μιλάω στο αυτί κάποιου, cuchichear en una reunión es algo muy feo,

να ψιθυρίζεις σε μια συγκέντρωση είναι άσχημο

cuchicheo 1. α, ψιθύρισμα, ψίθυρος ή ομιλία στο αυτί κάποιου

cuchuchear 1. ρα, cuchichear

2. πρχ κουτσο-μπολεύω

Scroll to Top