CHOTO

CHOTO= ΠΡΧ ΤΣΟΤΟ> ΚΑ-ΤΣΙ-ΚΑΤΟ> ΚΑΤΣΙΚΑΚΙ, ΠΡΧ ΤΣΙΤΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

choto, ta 1. α θ, πρχ κα-τσι-κα-το= κατσικάκι

2. μοσχαράκι

3. εκφ, εκφ, estar como una chota, οικ, μτφ, είμαι σαν μια κα-τσικα ή τσίτα= είμαι τρελός

chotuno, na 1. ε, πρχ κα-τσικατο= κατσικίσιος, -α, -o, la carne chotuna, το κατσικίσιο κρέας 2. μοσχαρίσιος, -α, -ο

3. εκφ, oler a chotuno, μυρίζω τραγίλα

jato, ta 1. α θ, πρχ μοσ-χάτο= μοσχάρι, μοσχαράκι, δαμαλίδα

chotearse de 1. ραντ, πρχ τ-σοτεαρ> αστει-εύομαι με ή τσιτάρω κάποιον με κοροϊδία,

ηχμ τσιτ-τσιτ οταν γελάω με κάποιον = κοροϊδεύω, κάνω πλάκα σε, αστειεύομαι με,

se chotea de sus superiores constantemente, κοροϊδεύει τους ανώτερους της συνέχεια

no te chotees de mí, μην με τσιτάρεις= κοροϊδεύεις

no le gustaba que se chotearan de su trabajo,

δεν του άρεσε να αστειεύονται με τη δουλειά του

choteo 1. α, οικ, μτφ, κοροϊδία, πλάκα, δούλεμα, ¡ya vale de choteo! αρκετά με την πλάκα

2. έλλειψη σοβαρότητας σε κάτι, πλάκα, αστείο, κοροϊδία,

esto es un choteo, ¿aquí quién atiende a la gente?

τι κοροϊδία είναι αυτή; ποιος εξυπηρετεί τον κόσμο εδώ μέσα

3. εκφ, estar de choteo, κάνω πλάκα

tomarse algo a choteo, παίρνω κάτι για πλάκα

Scroll to Top