CHOCARREAR

CHOCARREAR= ΠΡΧ ΣΟΚΑΡΩ ΜΕ ΤΑ ΑΣΤΕΙΑ ΜΟΥ, ΣΟΚΙΝΓΚ, ΗΧΜ ΤΣΙΚ ΨΗΣΙΜΑΤΟΣ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

chocarrear 1. ρα, λέω σόκινγκ, χυδαία αστεία= αστειεύομαι με άγαρμπο, χοντροκομμένο τρόπο, πρχ τσακίζω με τα αστεία μου, chocarreaban sin medida cuando estaban juntas,

έλεγαν σοκινγκ αστεία χωρίς μέτρο όταν ήταν μαζί

chocarrería 1. θ, πρχ αστείο ή πράξη που σοκάρει= χοντροκομμένο αστείο

2. αγαρμποσύνη

chocarrero, ra 1. ε, πρχ σοκ-άρης= άτομο που σοκάρει με τα αστεία, πράξεις του, χοντροκομμένος, -η, -o, άγαρμπος, -η, -o, άσεμνος, -η, -ο, άξεστος, -η, -ο

Es una persona chocarrera y maleducada, Είναι ένας άσεμνος και αγενής άνθρωπος

2. πράξη, λόγια που σοκάρουν, χοντροκομμένος, -η, -o, άγαρμπος, -η, -o, άσεμνος, -η, -ο, άξεστος, -η, -ο, chiste chocarrero, αστείο άγαρμπο

3. α θ, για άτομο, μτφ, παραμυθάς, -ού

4. α θ, πλακατζής, -ού

socarrón, ona 1.ε, πρχ σο-καρον> σε-κοροϊδεύει ή σαρκαστικός= κοροϊδευτικός, -ή, -ό,

σκωπτικός, -ή, -ό, καυστικός, -ή, -ό, σαρκαστικός, -ή, -ό,

El profesor soltó un comentario socarrón, y los alumnos se rieron,

Ο δάσκαλος έκανε ένα σαρκαστικό σχόλιο και οι μαθητές γέλασαν

2. πονηρός, -ή, -ό, Aquel hombre socarrón aprovecha cualquier oportunidad para mentir,

Αυτός ο πονηρός άνθρωπος εκμεταλλεύεται κάθε ευκαιρία για να πει ψέματα

socarronería 1. θ, πρχ σαν-κοροϊδία= κοροϊδία

socarronamente 1. επρ, κοροϊδευτικά, σκωπτικά, καυστικά, σαρκαστικά

socarrar 1. ρμ, ηχμ τσικ-τσικ σε κάτι με φωτιά= τσικ-αρω> καίω λιγάκι, καψαλίζω,

No socarres la comida, no es saludable, Μην κάψεις το φαί, δεν είναι υγιές

socarrina 1. θ, οικ, καψάλισμα

churruscar 1. ρμ, ηχμ τσουρου-καίω ή τσουρου-φλίζω= καίω, ξερο-ψήνω,

churrusca bien las costillas, να ξεροψήσεις καλά τα παιδάκια

2. ραντ, καίγομαι, ξεροψήνομαι, se me ha churruscado el arroz, μου κάηκε το ρύζι

churrusco 1. α, ψωμί φρυγανισμένο

chusco 1. α, ηχμ τσουκ από σπάσιμο ψωμιού= κομμάτι ψωμιού

2. περίσσεμα από τροφή, ξεροκόμματο

3. στρ, ψωμί συσιτίου, repartieron los chuscos entre la tropa,

μοίρασαν το ψωμί συσσιτίου στο στράτευμα

chuscada 1. θ, πρχ λόγια με τ-σοκιν-άδα= αστείο, πλάκα, καλαμπούρι

chusco, ca 1. ε, σαν σόκιν αστείο= διασκεδαστικός, -ή, -ó, αστείος, -α, -o,

comentario chusco, αστείο σχόλιο

2. που σοκάρει, διαφορετικός, -ή, -ό, llevas un peinado muy chusco,

έχεις ένα χτένισμα πολύ διαφορετικό

chuscamente 1. επρ, αστεία, διασκεδαστικά

chusquero, ra 1. ε, μτφ, απο τσουκ> ψωμί συσσιτίου, που προέρχεται από το στράτευμα, sargento, cabo chusquero λοχίας, δεκανέας που έγινε υπαξιωματικός από απλό στρατιώτη

chusquero 1. α, βαθμοφόρος που προέρχεται από το στράτευμα, όχι από σχολή,

no viene de la academia militar, es un chusquero,

δεν προέρχεται από την στρατιωτική ακαδημία, είναι βαθμοφόρος που βγήκε από τις τάξεις του στρατού

socarrén 1. α, ατκ, πρχ σκιάριον= γείσο στέγης, μαρκίζα οροφής, socarrén de tejado

Scroll to Top