CHIVAR= ΗΧΜ ΤΣΙΒ> ΤΣΙΦ ΣΦΥΡΙΓΜΑΤΟΣ= ΣΦΥΡΙΖΩ ΚΑΤΙ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΝ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
chivar 1. ρμ, οικ, ηχμ τσιβ> τσιφ σφυρίγματος= μτφ, σφυρίζω κάτι σε κάποιον,
le chivó las preguntas del examen, του σφύριξε τις ερωτήσεις του διαγωνίσματος
2. ραντ, μεταξύ παιδιών, καρφώνω, μαρτυρώ, προδίδω, τα σφυρίζω σε κάποιον,
los descubrieron porque algunos compañeros de clase se habían chivado,
τους ανακάλυψαν επειδή κάποιοι συμμαθητές είχαν μαρτυρήσει
3. οικ, μτφ, μαρτυρώ, κατηγορώ, καταδίδω, καρφώνω, alguien se ha chivado a la policía,
κάποιος μαρτύρησε στην αστυνομία
chivatazo 1. α, οικ, κάρφωμα, πληροφορία καταγγελίας,
Tras un chivatazo anónimo, la policía logró encontrar al fugitivo,
Μετά από ανώνυμη πληροφορία, η αστυνομία κατάφερε να εντοπίσει τον φυγά
2. κατάδοση
3. εκφ, dar el chivatazo, δίνω το τσιφ= καρφώνω, μαρτυρώ, προδίδω
chivatear 1. ρμ, καρφώνω, προδίδω
chivateo 1. α, οικ, κατάδοση, κάρφωμα
2. πολλά τσιφ= σαματάς
chivato, ta 1. ε, α θ, οικ, αυτός που τσιφ-άρει> σφυρίζει= μαρτυριάρικος, -ια, -ό,
μαρτυριάρης, -α, ¡no seas chivato y cállate! μην είσαι μαρτυριάρης και σιώπησε!
2. α θ, οικ, αυτός που τα σφυρίζει= καταδότης, -ια, χαφιές, σπιούνος,
La policía tiene un chivato en la mafia italiana que les pasa información,
Η αστυνομία έχει έναν καταδότη στην ιταλική μαφία που της δίνει πληροφορίες
3. οικ, για παιδί, καρφί
4. ζωλ, πρχ τσικάτο= ερίφιο
chivato 1. α, μτφ, που κάνει τσιφ για να ειδοποιήσει= ενδεικτική λυχνία
Sabíamos que nos cortaron el gas porque el chivato ya no estaba encendido
Ξέραμε ότι μας έκοψαν το αέριο διότι η λυχνία προειδοποίησης δεν ήταν πλέον αναμμένη
2. συναγερμός
3. βομβητής ειδοποίησης
chivo, va 1. α θ, ζωλ, πρχ κα-τσίκι νεαρό
2. ταυ, νεαρός ταύρος
3. σνθ, chivo expiatorio, αποδιοπομπαίος τράγος
4. εκφ, estar como un chivo, una chiva, είμαι τσιφ στο μυαλό= είμαι τρελαμένος,
φέρομαι σαν τρελός
chiribitil 1. α, υτμ, πρχ τσιρι-βιτιλ> γυρι-βολι= πολύ μικρός χώρος, τρύπα