CHINA

CHINA= ΠΡΧ ΚΙΝΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

China 1. ονο, Κίνα

china 1. θ, κινεζική πορσελάνη

2. εκφ, tocar a alguien la china, του τυχαίνει η Κινέζα, είναι κακότυχος,

του ’λάχε κάτι δυσάρεστο

le tocó la china, του έτυχε η Κινέζα= ήταν άτυχος

poner, colocar chinas a alguien, οικ, μτφ, βάζω τρικλο-ποδιές

chino, na 1. α θ, Κινέζος, Κινέζα

2. εκφ, engañar a alguien como a un chino, οικ, μτφ, εξαπατώ, την φέρνω σε κάποιον

πιάνω κορόιδο, Κώτσο, te han engañado como un chino, σε πιάσανε Κώτσο

trabajar como un chino, οικ, δουλεύω σαν σκλάβος

un trabajo de chinos, οικ, σχολαστική δουλειά, πιασ’ το αυγό και κούρευτο

descifrar aquel código fue una labor de chinos,

να αποκρυπτογράφησεις αυτόν τον κώδικα ήταν πιασ’ το αυγό και κούρευτο

ή πακέτο, κάτεργο, σκληρή δουλειά

chino, na 1. ε, κινεζικός, -ή, -ό

2. εκφ, ser algo un cuento chino, είναι κάτι κινέζικο παραμύθι, σαχλαμάρες, μπαρούφες,

esto de los horóscopos es un cuento chino, αυτό με τα ζώδια είναι σαχλαμάρες

chino 1. α, γλώσσα Κινεζικά

2. μτφ, πρχ κινο> κώνος> τρυπητό σουρωτήρι σαν κώνος

3. κινέζικο ρεστοράν

4. οικ, μτφ, κινέζικα, αλαμπουρνέζικα, eso es chino para mí, αυτά είναι κινέζικα για μένα

5. εκφ, sonar algo a chino, οικ, μτφ, ηχεί κάτι σαν κινέζικο= κάτι είναι ακατάληπτο

chinos 1. α πλ, παιχνίδι όπου πρέπει να μαντέψει πόσες πέτρες έχει ο άλλος στο χέρι του

achinar 1. ρμ, δίνω κινέζικα χαρακτηριστικά σε κάτι, κινεζοποιώ,

La fusión con la aseguradora China ha achinado esta compañía.

Η συγχώνευση με την κινεζική ασφαλιστική εταιρεία έχει κινεζοποιήσει αυτήν την εταιρεία

2. ραντ, για τα μάτια, γίνονται σαν κινέζου, achinarse los ojos

achinado, da 1. ε, κινεζάτο= σκιστός, -ή, -ó στα μάτια, ojos achinados

2. για άτομο, κινέζικος, -η, -ο, tiene rasgos achinados, έχει κινέζικα χαρακτηριστικά

chinería 1. θ, τεχ, τέχνη με κινεζικά μοτίβα

chinero 1. α, πιατοθήκη, μπουφές, επειδή έχει κινέζικες πορσελάνες

chinesco, ca 1. ε, κινεζικός, -ή, -ó, sombras chinescas, κινεζικό θέατρο σκιών

un jarrón chinesco, ένα κινεζικό βάζο

chinesco 1. α, μσκ, μουσικό όργανο με κουδουνάκια

sinología 1. θ, σινολογία

sinólogo, ga 1. α θ, σινολόγος

sinojaponés, esa 1. ε, σινο-ϊαπωνικός, -ή, -ó

chiné 1. α, πολύχρωμο ύφασμα

Scroll to Top