CHARANGO= ΜΤΘ ΤΣΑ-ΡΑΝΓ-ΚΑ> ΚΙ-ΘΑ-ΡΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
charango 1. α, έγχορδο μουσικό όργανο των Άνδεων, που μοιάζει με μικρή κιθάρα
charanguero, ra 1. ε, σχετικός, -ή, -ó με είδος μουσικής από ορχήστρες πνευστών οργάνων música charanguera, μουσική τέτοιων ορχηστρών
charanga 1. θ, μπάντα από χάλκινα πνευστά όργανα
2. οικ, μτφ, φασαρία
3. εκφ, de charanga y pandereta, φολκλορικός, παραδοσιακός
charanguero 1. α, μτφ, σαν κιθάρα το σχήμα, ακτοπλοϊκό σκάφος της Ανδαλουσίας