CHAMULLO= ΠΡΧ ΤΣΑ(ΡΛΟ)-ΜΙΛΩ> ΦΛΥΑΡΙΑ Ή ΚΑΤΑ-ΜΙΛΩ> ΠΟΛΥΜΙΛΑΩ ΓΙΑ ΚΑΤΙ
chamullo 1. α, οικ, φλυαρία, πολυλογία
2. κουτσομίλημα γλώσσας
chamullar 1. ρα, κου-τσο-μιλώ> μιλάω τσότρα πάτρα μια γλώσσα, κουτσομιλώ,
Los oí chamullar en francés, Τους άκουσα να κουτσομιλούν στα γαλλικά
2. μιλάω, πολυλογώ γενικά, λέω για θέματα καθημερινά ή για οτιδήποτε,
durante el viaje en tren chamullaron de todo lo habido y por haber,
κατα το ταξίδι στο τρένο πολυμιλούσαν για ό, τι βάζει ο νούς σου
3. μιλάω, chamullaba en una lengua incomprensible, μίλαγε σε μια γλώσσα ακατανόητη