CHACOTA

CHACOTA= ΠΡΧ ΤΣΑΚΟΤΑ> ΤΣΙΡΚΟ, ΠΡΧ ΤΖΟΚ-ΕΡ> ΑΣΤΕΙΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

chacona 1. θ, ισπανικός χορός 16ου και 17ου αιώνα

chacota 1. θ, πρχ τσακοτα> τσίρκο σαν εκδήλωση ήχου από είδηση καλή

ή χαρούμενο γεγονός, πανηγύρι, χαμός, χαρά, κέφι,

al hacer público el nombre del ganador se montó una chacota en los vestuarios,

με το που έγινε γνωστό στο κοινό το όνομα του νικητή στήθηκε ένα τσίρκο στα αποδυτήρια

2. τσίρκο με έννοια γέλιου ή πρχ τζοκ-ερ> τσακοτα= αστείο, χωρατό, πλάκα, καλαμπούρι

3. εκφ, hacer chacota de algo, alguien, κοροϊδεύω, παίρνω στο ψιλό κάποιον, κάνω πλάκα,

No hagas chacota de esto. Es un asunto muy serio,

Μην κάνεις πλάκα με αυτό. Είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα,

tomar algo, a alguien a chacota, δεν παίρνω κάτι, κάποιον στα σοβαρά,

todo se lo toma a chacota, όλα τα παίρνει σαν αστείο

chacotear 1. ρα, οικ, κάνω τζοκ, ή τσίρκο σε κάποιον= αστειεύομαι, κάνω πλάκα,

¡Ay, vamos, no te enfades con nosotros! ¡Solo queríamos chacotear!

Ω, έλα, μην θυμώνεις μαζ ί μας! Θέλαμε απλώς να κάνουμε πλάκα!

chacoteo 1. α, οικ, αστείο, καλαμπούρι, πλάκα, χωρατό

Scroll to Top