CERRO= ΠΡΧ Θ-ΕΡΟ> ΟΡΟΣ ΜΙΚΡΟ> ΛΟΦΟΣ, ΠΡΧ ΘΗΡΙΟ,
ΠΡΧ Θ-ΕΡΔΟ> ΧΟΙΡΙΔΙΟ> ΧΟΙΡΟΣ, ΓΟΥΡΟΥΝΙ,
ΠΡΧ ΘΕΡΟ> ΘΥΡΣΟΣ, ΠΡΧ ΘΥΣΑΝΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
cerro πρχ όρος μικρό ή κό-(λου)-ρος κώνος
1. α, λόφος, Subamos al cerro para ver las estrellas,
Ας ανέβουμε στο λόφο να δούμε τα αστέρια
2. μτφ, λαιμός ή ράχη ζώου
3. πρχ σαν θυρσός= δεμάτι λινού, cerro de lino
4. σνθ, cerro testigo, γωλ, λόφος μάρτυρας, γεωγραφικό ανάγλυφο σε σχήμα κόλουρου κώνου ή πυραμίδας
5. εκφ, irse por los cerros de Ubeda, μτφ, ξεφεύγω από < τα όρη της Ούβεδα> το θέμα
cerrajón 1. α, ψηλός και απότομος λόφος
cerrejón 1. α, λοφίσκος
cerrero, ra πρχ ορο-φέρον
1. ε, για άλογο, μουλάρι, caballo, mula, αδάμαστος, -η, -o, άγριος, -α, -o
2. για άτομο, μτφ, περιπλανώμενος, -η, -o
cerril 1. ε, πρχ του όρους, ορεί-λατο= για έδαφος, ανώμαλος, -η, -o
2. πρχ θ-εριλ > θηριο-λατο= για ζώο, αδάμαστος, -η, -o, άγριος, -α, -o
3. οικ, μτφ, για άτομο, με τρόπους, πράξεις ορεσίβιου, άξεστος, -η, -o,
χοντροκομμένος, -η, -o, πρχ σεριλ> κσεριλ> ξερός, -ή, -ό σε τρόπους,
su actitud fue absolutamente cerril, η στάση του ήταν απολύτως άξεστη
4. οικ, μτφ, πρχ σεριλ> κσερο> ξερο-κέφαλος, -η, -o
cerrillo 1. α, πρχ ορ-ούλι= λοφ-ίσκος
2. βοτ, φυτό, ανθόξανθο το αρωματικό, πρχ σαν κεράκια> ξανθά τα άνθη
cerrilmente 1. επρ, για τρόπο, άξεστα
2. ξερο-κέφαλα= επίμονα
cerdo, da πρχ θ-ερδο> χ-οιρίδιο> χοίρος, γουρούνι
1. α θ, γουρούνι, χοίρος, Mi abuelita tiene un cerdo en el jardín,
Η γιαγιά μου έχει ένα γουρούνι στον κήπο
2. μτφ, για άτομο βρώμικο σαν γουρούνι, βρωμιάρης, -α, es un cerdo, είναι ένας βρωμιάρης
3. οικ, μτφ, με τρόπους γουρουνιού ή κακή πρόθεση, κάθαρμα, βρώμα,
la muy cerda me robó, η παλιοβρώμα με έκλεψε,
no esperas que trabaje con ese cerdo, μην περιμένεις να δουλέψω με αυτό το κάθαρμα
se comportó como un cerdo, συμπεριφέρθηκε σαν γουρούνι
4. σνθ, cerdo marino, ζωλ, φώκαινα
5. εκφ, a cada cerdo le llega su San Martín, οικ, πρμ, σε κάθε γουρούνι του φτάνει η ώρα=
όλα εδώ πληρώνονται
comer como un cerdo, τρώω σαν γουρούνι= τρώω πολύ, χλαπακιάζω ή χωρίς τρόπους
sangrar como un cerdo, αιμορραγώ σαν γουρούνι> ακατάσχετα
cerdo 1. α, χοιρινό κρέας
cerda πρχ χοιρίδια τρίχα ή θυρσός= φούντα, πρχ χ-ορδή> τρίχα
1. θ, τρίχωμα γουρουνιού, αγριόχοιρου, cerda de jabalí
2. τρίχωμα αλόγου σε χαίτη, ουρά, cerda de caballo
3. τρίχες βούρτσας, cerda de cepillo
4. μτφ, εξάνθημα
5. μτφ, θερισμένα στάχυα
6. βρόχος, βρόχι για κυνήγι
cerdada 1. θ, πράξη με τρόπους γουρουνιού, βρωμιά, γουρούνια,
comer con los dedos es una cerdada, να τρως με τα δάκτυλα είναι γουρουνιά
2. οικ, μτφ, βρώμικο παιχνίδι, πράξη με κακή πρόθεση,
negarme el ascenso ha sido una cerdada, να μου αρνηθείς την προαγωγή ήταν μια βρωμιά
3. συμπεριφορά με ηθική γουρουνιού, αηδία, γουρουνιά, σίχαμα,
las películas porno me parecen una cerdada,
οι ταινίες πορνό μου φαίνονται μια αηδία, γουρουνιά
cerdamen 1. α, τούφα από τρίχες γουρουνιού ή αλόγου
Cerdaña 1. ονο, la Cerdaña, η Σερδάνια
cerdoso, sa 1. ε, για ζώο, τριχωτός, -ή, -ó, μαλλιαρός, -ή, -ó
2. για μαλλί, σκληρός, -ή, -ó όπως το τρίχωμα του γουρουνιού,
barba cerdosa, σκληρά γένια
cerrada 1. θ, δέρμα της ράχης ενός ζώου, πρχ σαν όρος
cerdear 1. ρα, για ταύρο, άλογο, κουτσαίνω από τα μπροστινά πόδια,
σαν χοίρο που κινείται μυρίζοντας το έδαφος
2. μτφ, παίζω φάλτσα όργανο, σαν ήχος γουρουνιού ή πρχ χ-ορδίζω παράφωνα, τρίζω,
¿Por qué cerdean las cuerdas de mi guitarra? Γιατί τρίζουν οι χορδές της κιθάρας μου;
3. μτφ, κάνω κάτι με δυσαρέσκεια και διαμαρτύρομαι σαν γουρούνι
4. μτφ, φέρομαι σαν γουρούνι, βρώμικα
5. ρμ, κόβω, κουρεύω την χαίτη του αλόγου, crin de caballo
Cerdeña 1. ονο, Σαρδηνία
cerruma 1. θ, μεσοκύνιο αλόγου
cirro 1. α, θύσανος
2. ιατ, πρχ σκίρος
3. βοτ, έλικα
cirrocúmulo 1. α, φσκ, θυσανο-σωρείτης
cirrípedo 1. α, ζωλ, θυσανό-ποδο
lofobranquios 1. α πλ, ζωλ, λοφο-βράνχιο= με θυσανοειδή βράγχια
lofóforo 1. α, ζωλ, λοφοφόρος