CERBERO

CERBERO= ΠΡΧ ΚΕΡΒΕΡΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cerbero 1. α, Κέρβερος

Cerbero 1. ονο, μυθ, Κέρβερος

cancerbero 1. α, μτφ, θυρωρός, πορτιέρης ή φύλακας άξεστος, Κέρβερος

2. αθλ, τερματοφύλακας

Cancerbero 1. ονο, μυθ, Κέρβερος

Scroll to Top