CÉLIBE

CÉLIBE= ΠΡΧ ΚΕΛΙ-ΒΙΟΣ> ΑΓΑΜΟΣ, ΠΡΧ ΚΟΛΟΒΟΣ> ΧΩΡΙΣ ΤΑΙΡΙ

célibe 1. ε, α θ, άγαμος, -η, -o, εργένικος, -η, -ο, εργένης, -ισσα, ανύπαντρος, -η,

permaneció célibe hasta los cuarenta, παρέμεινε άγαμος μέχρι τα σαράντα

celibato 1. α, αγαμία, κατάσταση ανύπαντρου

Scroll to Top