CEBOLLA

CEBOLLA= ΠΡΧ ΣΕ-ΜΠΟΛΑ> ΣΑΝ ΜΠΑΛΑ> ΚΡΕΜΜΥΔΙ, ΠΡΧ ΚΕΦΑΛΑ ΣΑ ΣΧΗΜΑ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cebolla πρχ σαν μπάλα

1. θ, φυτό ή βολβός κρεμμύδι, κρόμμυον

una ristra de cebollas, μια αρμαθιά κρεμμύδια

2. μτφ, ρόζος ξύλου, cebolla de la madera

3. μτφ, σουρωτήρι σφαιρικό σε σωλήνες

4. σνθ, cebolla albarrana, βοτ, σκίλλη η παράλιος

cebolla escalonia, ασκαλώνιο

cebollar 1. α, φυτώριο, φυτεία κρεμμυδιών

cebollero, ra 1. ε, κρεμμυδάτος, -η, -ο, από κρεμμύδια, με κρεμμύδια

2. α θ, κρεμμυδάς, -δού, έμπορος ή πωλητής, -ια, καλλιεργητής, -ια κρεμμυδιών

cebolleta 1. θ, βοτ, φρέσκο κρεμμύδι, γενάκια

cebollino 1. α, βοτ, κρεμμυδάκι, σκορδόχορτο

2. οικ, μτφ, με μυαλό κρεμμυδιού= βλάκας

3. εκφ, enviar a escardar cebollinos, οικ, μτφ, στέλνω κάποιον να κουρεύεται

escardar cebollinos, χτενίζω αυγά, δεν κάνω τίποτα ωφέλιμο

cebolludo, da 1. ε, βολβώδης, -ης, -ες

encebollar 1. ρμ, μαγ, γαρνίρω φαγητό με πολλά κρεμμύδια

encebollado, da 1. ε, μαγ, κρεμμυδάτος, -η, -ο, με κρεμμύδια

encebollado 1. α, μαγ, μαγειρεμένο κρέας με πολλά κρεμμύδια

acebolladura 1. θ, τοξοειδής ραγάδα ξύλου

acebollado, da 1. ε, που έχει τοξοειδή ραγάδα

cebollazo 1. α, μτφ, πρχ κεφαλάτο> χτύπημα ή πτώση δυνατή

2. μτφ, πρχ κάνω κεφάλι= μεθύσι

3. εκφ, agarrar, coger, pillar un cebollazo, γίνομαι τύφλα, μεθοκοπώ

llevar un cebollazo, μεθοκοπώ

pegarse un cebollazo, μεθοκοπώ

cebollón 1. α, γλυκό κρεμμύδι

2. οικ, μτφ, μεθύσι

3. εκφ, agarrar, pillar un cebollón, γίνομαι τύφλα, μεθοκοπώ

cipolino 1. α, γωλ, μάρμαρο τσιπολίνο, σιπολίνης

Scroll to Top