CATE

CATE= ΠΡΧ ΚΑΤΕ> ΚΟΦΤΗ> ΦΑΠΑ, ΠΡΧ ΚΟ(Π)ΤΩ ΣΕ ΜΑΘΗΜΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cate 1. α, οικ, μτφ, πρχ κόπτω> κόψιμο σε διαγώνισμα, tengo un cate en Matemáticas,

έχω ένα κόψιμο ή με έκοψαν στα Μαθηματικά

2. μτφ, πρχ κόπτω μία= φάπα, σφαλιάρα, κοφτή, le dio un cate sin razón,

του έδωσε μια κοφτή, φάπα χωρίς λόγο

¡toma cate! φάε μια φάπα!

catear 1. ρμ, κόπτω μαθητή, υποψήφιο, κόβω, el profe de lengua ha cateado a toda la clase, o καθηγητής της γλώσσας έκοψε όλη την τάξη

2. οικ, μτφ, κόπτομαι> κόβομαι σε, αποτυγχάνω, ha cateado física, έχει κοπεί σε Φυσική

le han cateado la física, τον έκοψαν σε Φυσική

3. ρα, οικ, μτφ, κόβομαι, μένω μετεξεταστέος, toda la clase ha cateado,

όλη η τάξη έμεινε μετεξεταστέα

Scroll to Top