CARO= ΠΡΧ ΚΑΡΑ> ΚΕΦΑΛΙ, ΠΟΛΥΤΙΜΟ ΣΑΝ ΚΑΡΑ ΑΓΙΟΥ, ΠΡΧ ΚΑΡΟ> Α-ΚΡΙΒΟ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
caro, ra πρχ κάρα= κεφάλι, μτφ στοιχίζει πολύ, πρχ α-κριβό= κάρο,
1. ε ακριβός, -ή, -ό, σε κόστος, τιμή, la camisa es cara, η μπλούζα είναι ακριβή
la vida está muy cara, η ζωή είναι πολύ ακριβή
el caviar es caro, το χαβιάρι είναι ακριβό
2. μτφ, για άτομο, αγαπημένος, -η, -o, caro amigo, ακριβέ= αγαπημένε φίλε
caro 1. επρ ακριβά
2. εκφ, pagar caro, κυρ, μτφ, πληρώνω ακριβά, pagarán muy caro su error,
θα πληρώσουν ακριβά το λάθος τους
salir caro, κυρ, μτφ βγαίνει= κοστίζει ακριβά
vender caro algo, κυρ, μτφ, δίνω, πουλάω κάτι ακριβά
venderse caro, για κάποιον ακριβο-θώρητο, μτφ, που πουλάει ακριβά την εμφάνιση του
ven a visitarnos pronto, no te vendas tan caro,
Έλα να μας επισκεφτείς σύντομα, μην είσαι ακριβοθώρητος
encarecer πρχ εν-ακριβαίνω κάτι= πουλάω σαν κάρα
1. ρμ, ρα, ακριβαίνω προϊόν, υπηρεσία, la gasolina encarece el transporte,
η βενζίνη ακριβαίνει την μεταφορά, κάνει τις μεταφορές πιο ακριβές
2. μτφ, λέω πόσο ακριβός είναι κάποιος= επαινώ, εγκωμιάζω, εξυμνώ,
encarecen la habilidad del jugador, εγκωμιάζουν την ικανότητα του παίκτη
3. μτφ, παρακαλάω την κάρα> το πρόσωπο κάποιου για κάτι, ζητάω επίμονα κάτι,
me ha encarecido que le comprara un periódico,
μου έχει παρακαλέσει την κάρα να του αγόραζα ένα περιοδικό
4. μτφ, προτείνω σαν ακριβό> καλό κάτι, suelen encarecer la visita a los parques nacionales de los Pirineos, Συνηθίζουν να προτείνουν την επίσκεψη στα εθνικά πάρκα των Πυρηναίων
5. ραντ, ακριβαίνω, los libros se han encarecido mucho, τα βιβλία έχουν ακριβύνει πολύ
encarecidamente 1. επρ, ζητάω σαν ακριβό κάτι= επίμονα, θερμά,
se lo ruego encarecidamente, σας παρακαλώ θερμά
encarecido, da εν-ακριβό
1. για προϊόν πιο ακριβό, ανατιμημένος, -η, -o
2. για αίτημα, θερμός, -ή, -ó
encarecimiento εν-ακρίβημα
1. α, ανατίμηση, αύξηση τιμής, el encarecimiento de los productos de primera necesidad es muy preocupante, Η αύξηση τιμής των ειδών πρώτης ανάγκης είναι πολύ ανησυχητική
2. μτφ, επιμονή, le solicitaba con encarecimiento que la visitase,
Του ζήτησε με επιμονή να την επισκεφτεί
3. μτφ, εγκώμιο, έπαινος, εξύμνηση
carero, ra 1. ε, οικ, μτφ, πανακριβός, -ή, -ό, που πουλά ακριβά, φαρμακείο,
una tienda carera, ενα μαγαζί πανάκριβο
carillo, lia 1. ε, οικ, μτφ, ακριβούλης, -α, -ικο= αγαπημένος, -η, -ο, αγαπητός, -ή, -ό
caridad πρχ ακριβότητα= πράξη καλή προς κάποιον, πρχ καρδιότητα> καλή πράξη
1. θ, φιλανθρωπία, obra de caridad, πράξη φιλανθρωπίας, αγαθοεργία
2. ελεημοσύνη, ψυχικό, una caridad, por favor, μια βοήθεια, παρακαλώ
caritativo, va 1. ε, πρχ καρδιοτικός= φιλάνθρωπος, -η, -ο, φιλεύσπλαχνος, -η, -ο,
alma caritativa, φιλεύσπλαχνη ψυχή
caricia 1. θ, πρχ καρ-ιθια> κάρα-χάδι > χάδι, χάϊδεμα, θωπεία
Mi novio me besó la frente y me hizo una caricia en la mejilla,
Ο φίλος μου μου φίλησε το μέτωπο και μου έκανε ενα χάδι στο μάγουλο
2. χάδι, άγγιγμα ελαφρύ, le saludó con una caricia, τον χαιρέτησε με ένα άγγιγμα ελαφρύ
3. μτφ, χάδι, άγγιγμα, me adormeció la caricia del sol en la playa,
με κοίμισε το χάδι του ήλιου στην παραλία
acariciar 1. ρμ, χαϊδεύω άτομο, ζώο, πράγμα, me acaricia la mano, μου χαϊδεύει το χέρι
2. μτφ, πρχ ακαριθιαρ> καρδιούμαι> έχω στην καρδιά, διατηρώ, τρέφω ιδέα, σχέδιο,
καλοκοιτάζω, φλερτάρω με κάτι, acariciaba la idea de ser el próximo entrenador del equipo,
φλέρταρε με την ιδέα του να γίνει ο επόμενος προπονητής της ομάδας,
He acariciado el sueño de convertirme en doctor desde que era pequeño,
Έχω στην καρδιά μου το όνειρο να γίνω γιατρός από μικρός,
Durante meses, él acarició la idea de dejar su trabajo para viajar por el mundo,
Για μήνες, φλέρταρε με την ιδέα (στριφογύριζε στο μυαλό του την ιδέα)
να αφήσει τη δουλειά του για να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο
3. μτφ, φέρομαι με τρυφερότητα, στοργή σε κάποιον, κάτι, χαϊδεύω, αγγίζω ελαφρά,
acaricia las cuerdas de la guitarra, χαϊδεύει τις χορδές της κιθάρας,
el aire acaricia su piel, ο αέρας χαϊδεύει το δέρμα της
acariciador, ra, acariciante 1. ε, χαϊδευτικός, -ή, -ό, στοργικός, -ή, -ό
4. μτφ, αγγίζω, πλησιάζω, El tenista estuvo a punto de acariciar el triunfo en el último set, pero su rival reaccionó a tiempo,
Ο τενίστας έφτασε κοντά στο να αγγίξει τον θρίαμβο στο τελευταίο σετ, αλλά ο αντίπαλος του αντέδρασε εγκαίρως,
El gobierno implementó nuevas medidas para atajar la inflación y acariciar el equilibrio presupuestario a finales de año,
Η κυβέρνηση εφάρμοσε νέα μέτρα για να αναχαιτίσει τον πληθωρισμό και να αγγίξει την προϋπολογιστική ισορροπία (να πλησιάσει
πολύ κοντά στον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό) μέχρι το τέλος του έτους
carrillo 1. α, μάγουλο, σαν καρ-ούλα, μικρό πρόσωπο ή μασ-καρούλα
El niño se acaba de despertar y tiene los carrillos muy rojos,
Το αγόρι μόλις ξύπνησε και έχει τα μάγουλά πολύ κόκκινα
2. εκφ, comer a dos carrillos, τρώω λαίμαργα, σαν με δύο μασ-καρούλες, μάγουλα
ή μτφ, για κέρδος, όφελος, τρώω από παντού, δέκα μεριές
carrilludo, da 1. ε, με κάρα μεγάλη= μαγουλάτος, -η, -ο, που είναι μαγουλάς, -λού
carrillada 1. θ, μάγουλο ζώου
carrillera 1. θ, σιαγόνα ζώου, πρχ κάτω μέρος κάρας
2. υποσιαγώνιο κράνους
camelo πρχ κα-λο-μιλώ= καλο-μίλημα για κάποιο σκοπό
1. α, οικ, καλομίλημα για πράγμα που δεν είναι έτσι= απάτη, κοροϊδία,
el reloj es un camelo, το ρολόι είναι απάτη
Este producto no te dejará los abdominales marcados en cuatro semanas. Es un camelo,
Αυτό το προϊόν δεν θα σου αφήσει τους κοιλιακούς γραμμωμένους σε τέσσερις εβδομάδες. Είναι μια απάτη
2. καλομίλημα> παραμύθι σαν ψεύτικη ή απίθανη ιστορία, είδηση, νέο, ράδιο αρβύλα,
¿Crees que realmente vieron un platillo volador o es un camelo?
Πιστεύετε ότι είδαν πραγματικά έναν ιπτάμενο δίσκο ή είναι παραμύθι;
nos contó un camelo, μας είπε μια απίστευτη ιστορία
3. μτφ, καλομίλημα ερωτικό σε κάποιον, -α= ερωτοτροπία, κόρτε, γλυκόλογα,
Todo el camelo fue un ardid para acostarse con ella,
Όλα τα γλυκόλογα ήταν ένα τέχνασμα για να κοιμηθεί μαζί της
4. εκφ, dar el camelo a alguien, δίνω το καλομίλημα> παραμύθι σε κάποιον= κοροϊδεύω, εξαπατώ κάποιον
camelar 1. ρμ, καλομιλώ σε κάποιον ερωτικά, κολακεύω, φλερτάρω, γλυκολογώ,
Fernando cameló a la chica con cumplidos para acostarse con ella,
Ο Φερνάντο κολάκευε το κορίτσι με κομπλιμέντα για να κοιμηθεί μαζί της
2. μτφ, γοητεύω, αποπλανώ, εξαπατώ, ξεγελώ, καταφέρνω με γλυκόλογα, καλομίλημα,
El concursante cameló al jurado con su labia,
Ο διαγωνιζόμενος γοήτευσε την κριτική επιτροπή με την ευφράδεια του
intentó camelarlos para que le dejasen ir de vacaciones al norte,
Προσπάθησε να τους καταφέρει για να τον άφηναν να πάει διακοπές στο βορρά
3. καλομιλώ σε κάποιον= αγαπώ, επιθυμώ, θέλω κάποιον, quiero que me cameles,
θέλω να με αγαπάς
4. ρμ, ραντ, οικ, καλομιλιέται κάποιος για να πειστεί σε κάτι, πείθεται, καταφέρνεται,
mi madre nο se camela, η μητέρα μου δεν πείθεται (όσο κι αν καλομιληθεί)
camelista 1. α θ, πρχ καλομιλητής, -ια για κάποιο σκοπό πονηρό ή που λέει πράγματα που δεν έχει, κόλακας, απατεώνας, -ισσα
camelador, ra 1. ε, α θ, πρχ καλομιλητικός, -ή, -ό για κάτι= κολακευτικός, -ή, -ó, κόλακας