CARNE= ΠΡΧ ΚΑΡΝΕ> ΚΡΕΑΣ, ΚΡΕ(ΑΤ)ΙΝΗ, ΣΑΡΚΑ, ΚΑΡΝΑ-ΒΑΛΙ> ΚΡΕΑΣ> ΑΠΟ-ΚΡΕΩ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
carne 1. θ, για άτομο, ζώο, κρέας, σάρκα, atravesó la carne que cubre el cuerpo del animal,
τρύπησε τη σάρκα που κάλυπτε το σώμα του ζώου
2. σώμα ατόμου, σάρκα, σαρκίο, no pudo resistir las tentaciones de la carne,
δεν μπορούσε να αντισταθεί στους πειρασμούς της σάρκας
3. τρόφιμο, κρέας, no como carne, δεν τρώω κρέας
4. σάρκα του φρούτου
5. σνθ, carne de ternera, μοσχαρίσιο κρέας
carne de vaca, αγελαδινό κρέας
carne de vacuno, βοδινό κρέας
carne asada, ψητό κρέας
carne de cerdo, χοιρινό κρέας
carne de cordero, αρνίσιο κρέας
carne mollar, μαλακό= ψαχνό κρέας
carne picada, κρέας πικαρισμένο= κιμάς
carne ahumada, καπνιστό κρέας
carne a la parrilla, κρέας ψητό στη σχάρα
carne de patíbulo, κρέας του πατώματος αγχόνης= μτφ, κάθαρμα, χαμένο κορμί
6. εκφ, en carne propia, στο ίδιο μου το κρέας= προσωπικά, εγώ o ίδιος
en carne y hueso, με σάρκα και οστά, ο ίδιος αυτοπροσώπως
la carne es flaca, ειρ, η σάρκα είναι αδύναμη
no ser ni carne ni pescado, δεν είμαι ούτε κρέας, ούτε ψάρι=
δεν είμαι ούτε έτσι ούτε αλλιώς
abrírsele a alguien las carnes, ανοίγονται σε κάποιον οι σάρκες= πεθαίνω από το φόβο μου
aquel alarido le abrió las carnes, πέθαινε από τον φόβο του με εκείνο το λαλητό
echar carnes, ρίχνω κρέας= παχαίνω
echar, poner toda la carne en el asador, ρίχνω όλο το κρέας στη σχάρα= μτφ, τα παίζω όλα για όλα ή βάζω ό, τι έχω για να κάνω κάτι
ser carne y uña, είμαι κρέας και νύχια= κώλος και βρακί με κάποιον
ser de carne y hueso, είμαι από σάρκα και οστά, είμαι άνθρωπος και εγώ
tener carne de gallina, έχω κρέας της κότας= έχει σηκωθεί η τρίχα μου
carne 1. ε, καρνε χρώμα, δέρματος, una blusa color carne, μια μπλούζα σε χρώμα δέρματος, καρνε
cárnico, ca 1. κρεατικός, -ή, -ό, σχετικός, -ή, -ό με το κρέας
carnada 1. θ, πρχ κρεατ-άδα= κυρ, μτφ, δόλωμα, aquel regalo era una carnada para atraer sus favores,
αυτό το δώρο ήταν δόλωμα για να προσελκύσει τις εύνοιες της
carnadura 1. θ, πρχ κρεας-ντούρο= μυικότητα, στιβαρότητα
carnal 1. ε, σαρκικός, -ή, -ó, amor carnal, σαρκικός έρωτας
2. εξάδελφος, -η, θείος, -α, ανιψιός, -ά, πρώτου βαθμού
3. αυτάδελφος, -ή
4. για άτομο, κοσμικός, -ή, -ό, σαρκικός, -ή, -ό, Ser carnal es preocuparse sólo de las cosas del mundo,
Το να είσαι σαρκικός σημαίνει να νοιάζεσαι μόνο για τα εγκόσμια πράγματα
carnalidad 1. θ, σαρκικότητα
carnalmente 1. επρ, σαρκικά, σαρκικώς
carnaza 1. θ, κρέας κομμάτι = κυρ, μτφ, δόλωμα, utilizamos una lombriz de carnaza,
χρησιμοποιήσαμε ένα σκουλήκι για δόλωμα
2. οικ, κρεα-τότητα= πάχος, πατσάδες, tiene mucha carnaza en el estómago, έχει πολύ πάχος στο στομάχι του
3. υτμ, σαν κρέας προς σφαγή, αποδιοπομπαίος τράγος, εξιλαστήριο θύμα, sirvió de carnaza en el debate televisivo,
χρησίμευσε ως κρέας προς σφαγή στην τηλεοπτική συζήτηση
4. υτμ, κρέας κακής ποιότητας, παλιοκρέας, lo que sirven en ese restaurante es carnaza,
αυτό που σερβίρουν σε αυτό το εστιατόριο είναι κρέας για πέταμα
5. μτφ, καστόρι, σουέτ, los guantes de carnaza, τα γάντια από καστόρι
carnoso, sa πρχ κρεατ-ώδης
1. ε, για κρέας, κρεάτινος, -η, -o, σάρκινος, -η, -o,
la parte carnosa de la pierna, το σάρκινο μέρος του ποδιού
2. με πολύ κρέας, σάρκα, σαρκώδης, -ης, -ες, labios carnosos, σαρκώδη χείλη
3. πλούσιο σε ουσία, vino carnoso, κρασί με σώμα
4. βοτ, χυμώδης, -ης, -ες, cerezas carnosas, χυμώδη κεράσια
carnosidad 1. θ, σαρκίδιο, σαρκώδες εξόγκωμα
2. κρεα-τότητα= πάχος
carnicería πρχ κρεα-τερι
1. θ, κρεοπωλείο, χασάπικο
2. μτφ, σφαγή, μακελειό, esta guerra es una carnicería, o πόλεμος αυτός είναι ένα μακελειό
3. οικ, μτφ, σφαγή, χασαπιά, el cirujano me ha hecho una carnicería,
o χειρούργος μου έχει κάνει μια σφαγή
carnicero, ra πρχ καρνι-θερο> κρεατο-βόρος, σάρκο-βόρο
1. για ζώο, σαρκοφάγος, -ος, -o, el león es carnicero, το λιοντάρι είναι σαρκοφάγο
2. μτφ, για άτομο, σαρκοβόρος, -α, -ό, αιμοδιψής, -ής, -ές
3. α θ, κρεοπώλης, -ισσα, χασάπης
4. μτφ, α θ, αιμοβόρο άτομο
carniza 1. θ, υπολείμματα κρεοπωλείου
2. κρέας σκοτωμένου ζώου, ψοφίμι
carnero πρχ καρν-ερο>κρι-αρι
1. α, ζωλ, κριός, κριάρι, El carnero es más grande que la cabra,
Το κριάρι είναι μεγαλύτερο από την κατσίκα
2. σαρκίο
3. πρχ κρεα-τήριο= οστεοφυλάκιο, los antiguos carneros de las iglesias de la comarca,
τα παλιά οστεοφυλάκια των εκκλησιών της περιοχής
4.τάφος ομαδικός
5. εκφ, no haber tales carneros, οικ, δεν υπάρχει τέτοιο κριάρι> πράγμα
carnerada 1. θ, πρχ κριαρ-άδα= κοπάδι κριαριών
carnerear 1. ρμ, πρχ κρεα-ρίζω> κρεατο-κόβω = σφάζω
carneruno, na 1. ε, πρχ κριαρ-ινός, -ή, -ό, που σχετίζεται ή μοιάζει με κριάρι, αρσενικό πρόβατο
acarnerado, da 1. ε, για άλογο με κεφάλι σαν κριάρι, κριαρινός, -ή, -ό, κυρτός, -ή,-ó
carnaval 1. α, πρχ καρναβάλι, αποκριές
carnavalada 1. θ, πρχ καρναβαλεμα= μασκαραλίκι
carnavalero, ra 1. ε, για γιορτή, χορό, καρναβαλικός, -ή, -ó, αποκριάτικος, -η, -o
2. για άτομο που αγαπά το καρναβάλι, καρναβαλάρικος, -ή, -ό
carnavalesco, ca 1. ε, καρναβαλίστικος, -η, -o
carnestolendas 1. θ πλ, πρχ καρνα(βαλι)-στολ-ενδυμα= αποκριά, απόκρεω
carona πρχ κ-αρονα> σ-αρονα> σαρκίνη
1. θ, ύφασμα για σαμάρι αλόγου
2. εσωτερική στρώση σαμαριού
3. μέρος που μπαίνει το ύφασμα για να μην πληγώνεται το άλογο από το σαμάρι
carroña 1. θ, πρχ κ-αρονα> σ-αρονα> σαρκίνη= κρέας σάπιο, ψοφίμι για όρνεα
carroñero, ra 1. ε, α θ, ορν, που τρώει όρνια, κρέας σάπιο, ορνεο-βόρος, -α, -ο
carroño, ña 1. ε, κρέας σάπιος, -α, -ο
2. θ, κρέας σάπιο, τομάρι
3. μτφ, υτμ, άτομο, ιδέα σαν πρχ κ-αρονιο> σαν όρνιο, ποταπός, -ή
encarroñar 1. ρμ, ορνεάζω κάτι, σαρκινίζω, προκαλώ σήψη
2. ραντ, πρχ ορνεάζομαι, σαρκινίζομαι, αποσυντίθεμαι
carroñoso, sa 1. ε, πρχ (κ)ορνε-ώδης, που μυρίζει το ψοφίμι
charcutería 1. θ, πρχ σαρκο-τήριο=αλλαντο-πωλείο
charcutero, ra πρχ σαρκο-τάρης=αλλαντο-πώλης , ισσα
descarnar πρχ ξε-σαρκώνω
1. ρμ, αποσαρκώνω, βγάζω την σάρκα, κρέας από το κόκκαλο, αποστεώνω, los animales carroñeros los descarnan,
τα ορνεώδη ζώα τα αποσαρκώνουν
2. αφαιρώ το μαλακό μέρος από κάτι
3. μτφ, χάνω το κρέας, από-σαρκώνομαι από αρρώστια, σκελετώνω,
la enfermedad le descarnó el cuerpo, η αρρώστια του σκέλετωσε το κορμί
4. μτφ, διαβρώνω βράχο, έδαφος, απογυμνώνω, El viento había descarnado la superficie de la montaña; solo quedaba un suelο,
Ο άνεμος είχε απογυμνώσει την επιφάνεια του βουνού· μόνο έμενε έδαφος
5. μτφ, αποτραβώ κάποιον από τα επίγεια ζητήματα,
las charlas con el párroco lograron descarnarlo,
οι κουβέντες με το εφημέριο κατάφεραν να τον αποτραβήξουν
6. ραντ, αποστεώνομαι, χάνω το κρέας μου
7. ιατ, απογυμνώνομαι στα ούλα
descarnadura 1, θ, πράξη και αποτέλεσμα του descarnar
descarnado, da 1. ε, ξέσαρκος, -η, -ο, σκελετωμένος, -η, -ο, tienes un aspecto descarnado,
έχεις μια όψη σκελετωμένη
2. για μια έκφραση ή ένα θέμα, περιγραφή, παρουσιασμένο ξέ-σαρκα, ωμός, -ή, -ό, ρεαλιστικός, -ή, -ό, es una película descarnada pero muy buena,
είναι μια ταινία ωμή αλλά πολύ καλή
descarnada 1. θ, ξέ-σαρκος= σκελετός που συμβολίζει το θάνατο, μαύρος καβαλάρης
descarnadamente 1. επρ, μτφ ξέ-σαρκα= ευθέως, χωρίς να κρύψω τίποτα, ωμά
encarnar πρχ εν-σαρκώνω
1. ρμ, εν-σαρκώνω μια ιδέα, πρόσωπο, έννοια, δίνω υπόσταση, usaban animales para encarnar a los dioses,
χρησιμοποιούσαν ζώα για να ενσαρκώσουν τους θεούς,
la paloma blanca encarna la paz, το λευκό περιστέρι ενσαρκώνει, προσωποποιεί την ειρήνη
2. κνμ, θτρ, ενσαρκώνω ένα ρόλο, en la obra encarnaba a un cazador bastante rústico,
στο έργο υποδύθηκε έναν μάλλον αγροτικό κυνηγό
3. βάζω σάρκα> δόλωμα στο αγκίστρι, για ψαράδες, encarnan los anzuelos con trozos de pescado,
δολώνουν τα αγκίστρια με κομμάτια ψαριού
4. ραντ, για νύχι, μπαίνει στην σάρκα
5. ρα, ραντ, για πληγή που εν-σαρκώνει, επουλώνομαι, es una herida menor y encarnará en un par de días,
είναι μια μικρή πληγή και θα επουλωθεί σε μερικές μέρες
6. ρα, ραντ, ενσαρκώνομαι, αποκτώ υπόσταση,
en la película el demonio se encarna en un niño,
στην ταινία το δαιμόνιο ενσαρκώνεται σε ένα παιδί
7. θρη, ενσαρκώνομαι
encarna 1. θ, εν-σάρκισμα= τάισμα κυνηγόσκυλων με ένσαρκα> εντόσθια των θηραμάτων
encarnación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του encarnar, encarnarse
2. θρη, ενσάρκωση του Θεού σε άνθρωπο
3. τεχ, χρωματισμός με χρώμα σάρκας
encarnado, da 1. ε, ενσαρκωμένος,-η, -o για ιδέα, άτομο, ρόλο
2. για χρώμα, σάρκινος, -η, -ο, ροδαλός, -ή, -ό, mejillas encarnadas, ροδαλά μάγουλα
3. για νύχι, εν-σαρκομένο, μπηγμένος, -η, -ο στη σάρκα
encarnado 1. α, σαρκόχρουν χρώμα
encarnadura 1. θ, ενσάρκωση πληγής= επούλωση
2. εν-σάρκισμα= τροφή κυνηγόσκυλου
3. εκφ, tener buena, mala encarnadura, έχει καλή, κακή επούλωση
encarnamiento 1. α, ιατ, εν-σάρκωμα= επούλωση
reencarnarse 1. ραντ, μετενσαρκώνομαι
reencarnación 1. θ, μετενσάρκωση
encarne 1. α, εν-σαρκο= θήραμα για κυνηγόσκυλο
2. τεχ, χρώμα της σάρκας
encarnecer 1. ρα, εν-σαρκώνω= παχαίνω
encarnizar πρχ 1. ρμ, ταΐζω, δίνω σάρκα στο ζώο για να αγριέψει
2. για άτομο, μτφ ξ-εν-σαρκίζω, τον βγάζω από την σάρκα του, εξαγριώνω
3. encarnizarse con, ραντ, για άτομο, ζώο, μτφ, πέφτω να φάω την σάρκα του,
επιτίθεμαι βίαια σε κάποιον, κάτι, κινούμαι με μανία προς κάποιον, κάτι,
No entiendo por qué se encarniza contigo, no le has hecho nada,
Δεν καταλαβαίνω γιατί παθαίνει μανία μαζί σου, δεν του έκανες τίποτα
El lobo se encarnizó con la cabra, Ο λύκος έπεσε μανιασμένα στην κατσίκα
encarnizadamente 1. επρ, εν-σαρκωδώς= σαν να τρώω την σάρκα, μανιωδώς, λυσσαλέα
encarnizado, da 1. ε, για αντιπαλότητα, τσακωμό, που τρώγονται σάρκες,
λυσσαλέος, -α, -o, αδυσώπητος, -η, -o, fue una batalla encarnizada,
ήταν μια μάχη λυσσαλέα
2. αιματοβαμμένος, -η, -ο, tenía los ojos encarnizados del golpe,
είχε τα μάτια αιματοβαμμένα από το χτύπημα
encarnizamiento 1. α, μανία, εχθρότητα προς κάποιον, σαν να του τρώει τις σάρκες
El encarnizamiento del juez en el juicio fue criticado por todos,
Η μανία του δικαστή στη δίκη επικρίθηκε από όλους
creatina 1. θ, κρεατίνη
creatinina 1. θ, κρεατινίνη