CARMELO= ΠΡΧ ΚΑΡΜΕΛ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Carmelo 1. ονο, Κάρμελ
carmelita 1. ε, θρη, του Καρμήλιου Όρους, la orden carmelita, το τάγμα των Καρμηλιτών
2. α θ, καρμηλίτης, καρμηλίτισσα
3. σνθ, carmelita descalzo, θρη, ανυπόδητος καρμηλίτης
carmelita 1. θ, νεροκάρδαμο, ναστούρτιο
carmelitano, na 1. ε, θρη, σχετικός, -ή, -ó με το τάγμα των Καρμηλιτών
carmen 1. α, μτφ, αγρόκτημα σε Γρανάδα
3. μτφ, στίχος
Carmela 1. θ, τηγάνι-γκριλ