CARCAJADA= ΗΧΜ ΚΑΚΑΡΙΣΜΑ ΓΕΛΙΟΥ, ΧΑΡ-ΧΑΡ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
carcajada 1. θ, ηχμ κακάρισμα= χαχάνισμα, ξέσπασμα γέλιου
Pepe respondió a lo que dije con una carcajada,
Ο Πέπε απάντησε σε αυτό που είπα με ένα χαχάνισμα
2. σνθ, carcajada homérica, κακάρισμα ομηρικό= τρανταχτό γέλιο
3. εκφ, reírse a carcajadas, a carcajada tendida, ξεκαρδίζομαι στα γέλια
soltar una carcajada, ξεσπώ σε γέλια, Todos soltaron una carcajada cuando conté mi chiste,
Όλοι ξέσπασαν σε γέλια όταν είπα το αστείο μου
carcajearse 1. ραντ, κακαρίζω γελώντας, γελώ τρανταχτά, χαχανίζω,
La maestra se carcajeó cuando vio lo que había escrito,
Η δασκάλα χαχάνισε, γέλασε όταν είδε αυτό που είχε γράψει
2. καγχάζω μπροστά σε κάποιον, se carcajea del profesor en su cara,
κάγχαζε του καθηγητή μπροστά στα μούτρα του
3. carcajearse de, κοροϊδεύω, περιγελώ, no te carcajees de ellas, μην τις κοροϊδεύεις
2. ρα, κακαρίζω γελώντας, γελώ τρανταχτά, χαχανίζω, ξεσπάω σε γέλια,
Toda la oficina carcajeó al ver aparecer al jefe disfrazado,
Όλο το γραφείο ξέσπασε σε γέλια καθώς το αφεντικό εμφανίστηκε μεταμφιεσμένο
carcajeo 1. α, κακάρισμα, έκρηξη γέλιου