CARA

CARA= ΠΡΧ ΚΑΡΑ, ΚΕΦΑΛΙ, ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

cara

1. θ, πρόσωπο ατόμου, μορφή, όψη, tiene la cara ovalada, έχει το πρόσωπο οβάλ

2. κεφάλι ζώου, este perro tiene manchas en la cara, αυτό το σκυλί έχει βούλες στο κεφάλι 3. μτφ, όψη, ύφος, τροπή για κάτι υλικό, άυλο, el tiempo tiene mala cara,

ο καιρός έχει κακή όψη

4. πρόσωπο, όψη εμπρός ενός πράγματος, la cara de la casa, η πρόσοψη του σπιτιού

5. πλευρά σε νόμισμα, συνήθως κορώνα> κεφάλι, la cara de la moneda,

η μια όψη του νομίσματος

6. όψη σε κάτι, ένα φύλλο σελίδας, la cara de la hoja, η όψη του φύλλου

7. μτφ, πρόσωπο, veo muchas caras nuevas, βλέπω πολλά καινούργια πρόσωπα

8. μτφ, οικ, θράσος, ξεδιαντροπιά, μούτρα, σαν να χώνω το πρόσωπο και να μην με νοιάζει, ¡qué cara, ahora me culpa a mí! τι θράσος, τώρα μου ρίχνει και το φταίξιμο!

9. γμτ, έδρα

10. σνθ, cara de ángel, αγγελικό πρόσωπο

cara de hereje, κάρα αιρετικού= μτφ, τρομακτική φυσιογνωμία

cara de pascua, οικ, μτφ, κάρα πασχαλινή= γαλήνιο πρόσωπο

doble cara, διπλής όψεως

11. εκφ, a cara descubierta, με κάρα ξεκάλυπτη = ανοικτά, απροκάλυπτα

arrugar la cara, ριγιάζω την κάρα= συνοφρυώνομαι

caérsele a alguien la cara de vergüenza, μου πέφτουν τα μούτρα από ντροπή

cara a, με κάρα> πρόσωπο προς= προς, un apartamento cara al mar,

ένα διαμέρισμα με θέα στη θάλασσα

ή μτφ, βλέποντας προς, με προοπτική, εν όψει, piénsalo cara al futuro,

σκέψου το μακροπρόθεσμα

cara abajo, για άτομο, κάρα προς τα κάτω= μπρούμυτα, πρηνηδόν

για πράγμα, με όψη κάτω= ανάποδα

για γράμμα, πίσω πλευρά, ανάστροφη

cara arriba, για άτομο, κάρα απάνω= ανάσκελα, ύπτια

για πράγμα, από την καλή

για γράμμα πρόσθια όψη

cara a cara, κάρα με κάρα= εν-ώπιος εν-ωπίω, πρόσωπο με πρόσωπο σε χώρο

se encontraron cara a cara, βρεθήκαν πρόσωπο με πρόσωπο

μτφ, κατα-πρόσωπο, ευθέως, quiero decírselo cara a cara, θέλω να του τα πω καταπρόσωπο

cruzarle la cara a alguien, κροσάρω την κάρα σε κάποιον= χαστουκίζω

dar la cara, δίνω την κάρα= αντι-μετωπίζω κάτι, απαντώ για κάτι που έπραξα

dar, sacar la cara por alguien, δίνω, βγάζω την κάρα> πρόσωπο υπερ κάποιου= υπερασπίζομαι, μιλώ εξ ονόματος κάποιου, συγχωρώ, εγγυώμαι για κάποιον

de cara, κατα-πρόσωπο, me da el sol de cara, o ήλιος με χτυπά κατα-πρόσωπο

από μπροστά, πρόσωπο, tengo el viento de cara, έχω τον άνεμο κόντρα

de cara a, με κάρα προς κάτι= προκειμένου να, προς, κατά, de cara a mejorar,

προκειμένου να βελτιωθεί

de cara a la galería, με κάρα προς το γκαλά= για το θεαθήναι

decirle algo a alguien a la cara, οικ, λέω κάτι κατά-μουτρα

echar en cara, ρίχνω εν κάρα= κατα-λογίζω σε κάποιον

me echó en cara que no le hablara, μου καταλόγισε ότι δεν του μίλαγα

echar, jugar a cara o cruz, ρίχνω, παίζω κορώνα γράμματα

hacer cara a algo, αντι-μετωπίζω

juzgar a alguien por su linda cara, κρίνω κάποιον απο την όμορφη κάρα του=

κρίνω επιφανειακά, από τα φαινόμενα

lavarle la cara a algo, λούω την κάρα σε κάτι= το φέρνω στα ίσια του, σουλουπώνω

mirar a alguien a la cara, κοιτάζω κατάματα

mirar a alguien con mala cara, ορώ κάποιον με κακή κάρα= στραβο-κοιτάζω

no saber qué cara poner, δεν ξέρω τι ύφος να πάρω, πώς να αντιδράσω

partirle, romperle la cara a alguien, οικ, σπάω τα μούτρα κάποιου

plantarle cara a alguien, πλαταίνω σε κάποιον την κάρα= αντιστέκομαι σε, σηκώνω κεφάλι

poner buena cara a algo, θέτω καλή κάρα σε κάτι= αντιμετωπίζω ευνοϊκά κάτι

poner cara de algo, θέτω κάρα για κάτι= παίρνω ύφος για κάτι, ¡la cara que puso!

κοίτα ύφος που πήρε!

poner cara de pocos amigos, θέτω κάρα με λίγους φίλους= κατσουφιάζω

poner cara larga, mala cara a, θέτω κάρα μακριά, κακιά = κατεβάζω μούτρα, μου ξινίζει κάτι por la cara, μτφ, με το πρόσωπο> έχω πρόσωπο> τσάμπα, για να μην πληρώσω

entró en el estadio por la cara, μπήκε στο στάδιο τσάμπα

ή μτφ, απρόσκλητος κάπου, ha venido por la cara, έχει έρθει απρόσκλητος

por su linda cara, por su cara bonita, για τα ωραία, μαύρα μάτια κάποιου

reírse de alguien en su cara, κοροϊδεύω κάποιον κατά-μουτρα

tener buena cara, για άτομο, έχω καλή όψη, hoy tienes buena cara, σήμερα έχεις καλή όψη για πράγμα, la comida tiene buena cara, το φαγητό έχει καλή όψη, δείχνει καλό

tener cara de pocos amigos, έχω όψη λίγων φίλων= στρυφνό ύφος

tener cara, έχει κάρα= τόλμη για να κάνει κάτι

tener dos caras, είμαι διπρό-σωπος

tener más cara que espalda, έχει περισσότερη κάρα απο πλάτη= είμαι θρασύτατος

tener mucha cara, έχω πολύ κάρα= θράσος

verse las caras, βλέπονται οι κάρες= ανα-μετρούμαι, εξηγούμαι με κάποιον

nos veremos las caras, θα εξηγηθούμε

volverle la cara a alguien, γυρνώ τη κάρα= πλάτη σε κάποιον

cara κάρα= πρόσωπο

1. ε, οικ, με κάρα μεγάλη= ξεδιάντροπος, -η, -ο, αναιδής, -ής, -ές,

es tan cara que no paga nunca, είναι τόσο αναιδής που δεν πληρώνει ποτέ

2. α θ, χωρίς ηθική στην κάρα= ξετσίπωτος, -η, eres un cara, είσαι ξετσίπωτος

caradura πρχ καρα-ντουρα= κάρα σκληρή, χωρίς ίχνος ντροπής στο πρόσωπο

1. ε, α θ, οικ, αναιδής, -ής, -ές, ξεδιάντροπος, -η, -ο,

el muy caradura no acudió a la cita, ο παλιο αναιδής δεν πήγε στην συνάντηση,

¡qué hombre más caradura! τι ξεδιάντροπος άνθρωπος!

2. θ, αναίδεια, μούτρα για να ζητήσει κάτι

carear πρχ καρα-θέτω

1. ρμ, νομ, θέτω τις κάρες> πρόσωπα 2 ατόμων για εξέταση, εξετάζω κατ’ αντιπαράσταση,

el juez careó a los dos testigos, o δικαστής εξέτασε κατ’ αντιπαράσταση τους δύο μάρτυρες

2. θέτω 2 κάρες= πράγματα για σύγκριση, συγκρίνω τις πλευρές σε 2 πράγματα,

carear la nueva edición con la anterior, συγκρίνω τη νέα έκδοση με την προηγούμενη

3. ραντ, συνομιλώ με κάποιον

4. μτφ, εξηγούμαι με κάποιον

5. ρα, στρέφω το πρόσωπο προς ένα σημείο

careo 1. α, νομ, αντιπαράσταση μαρτύρων

2. σύγκριση 2 πραγμάτων

3. πράξη και αποτέλεσμα του carear

careta πρχ καρ-ίτσα= προσωπάκι

1. θ, μάσκα προσώπου

2. μτφ, προσωπείο κάποιου για να κρύψει κάτι

3. ρύγχος γουρουνιού, μουσούδα

4. ραδ, τηλ, μτφ, τίτλοι αρχής, τέλους

5. σνθ, careta antigás, αντιασφυξιογόνα μάσκα

6. εκφ, quitarle la careta a alguien, του κόπτω την καρίτσα σε κάποιον=

αφαιρώ, ξεσκεπάζω το προσωπείο του

careto 1. α, οικ, μάσκα απο κάποιο υλικό

2. μάσκα για μελισσοκόμους

3. μάσκα για ξιφομαχία

4. πρόσωπο, μούρη

carilla 1. θ, πρχ καρα-φυλλα= όψη φύλλου χαρτιού, σελίδα

carota πρχ καρα-κοτα= μτφ με κάρα κότας> χωρίς ντροπή

1. ε, οικ, ξεδιάντροπος, -η, -ο, ser muy carota, είμαι εντελώς ξεδιάντροπος

2. α θ, un carota, ξεδιάντροπος

3. θ, χωρίς κάρα= αναίδεια, θρασύτητα, ξεδιαντροπιά

descaro πρχ χωρίς κάρα> ντροπή

1. α, αυθάδεια, αναίδεια, ασέβεια, θράσος, ξεδιαντροπιά,

se dirigió a ellos con descaro, απευθύνθηκε σε αυτούς με ασέβεια

descararse 1. ραντ, πρχ χωρίς κάρα = μιλάω με θράσος, αναίδεια, ασέβεια

descarado, da 1. ε, για άτομο, ξεδιάντροπος, -η, -ο, αναιδής, -ής, -ές,

¡no seas descaradο! μην είσαι αναιδής!

2. για πράξη, χωρίς ντροπή, αναιδής, -ές, -ής, una acción descarada, μια πράξη αναιδής

3. α θ, άνθρωπος θρασύς, αναιδής, ασεβής

descaradamente πρχ ξε-καρα=χωρίς κάρα>ντροπή

1. επρ, ξεδιάντροπα, αναιδώς, me habló descaradamente, μου μίλησε ξεδιάντροπα

encarar πρχ εν θέτω κάρα, αντι-μετωπίζω

1. ρμ, αντιμετωπίζω ενα πρόβλημα, κατάσταση, debes encarar el problema,

πρέπει να αντιμετωπίσεις το πρόβλημα

2. θέτω απέναντι 2 πράγματα, γνώμες, για σύγκριση, συγκρίνω κάτι,

voy a encarar ambas hipótesis, θα συγκρίνω αμφότερες υποθέσεις

3. μτφ, θέτω την κάρα όπλου= σημαδεύω με όπλο, στόχαστρο

4. μτφ, θέτω τις κάρες= πρόσωπα> 2 άτομα, ζώα, απέναντι για κάποιο σκοπό,

φέρνω απέναντι, los encararon durante el interrogatorio,

τους έθεσαν πρόσωπο με πρόσωπο κατα την διάρκεια της ανάκρισης

5. encararse con, ραντ, για άτομο, έρχομαι μούρη με μούρη, ενώπιος ενωπίω,

se encaró con el guardia, ήρθε μούρη με μούρη με τον φύλακα

6. μτφ, έρχομαι αντιμέτωπος με κάτι, la familia se encaró con la bancarrota,

η οικογένεια ήρθε αντιμέτωπη με την πτώχευση

encaramiento 1. α, αντιπαράσταση ατόμων σε δίκη

2. αντιμετώπιση δυσκολίας

3. πράξη και αποτέλεσμα του encarar, -se

encaro 1. α, σκόπευση με όπλο

2. ευστοχία σε βολή

3. είδος μικρού τουφεκιού

4. κοντάκιο όπλου, επειδή βρίσκει στην κάρα

5. ματιά σε κάποιον με προσοχή, κοίταγμα προσεκτικό

encarado, da 1. ε, εκφ, bien, mal encarado με καλή, κακή κάρα= προσηνής, κατσούφης

malcarado, da πρχ μελανο-καρο, με κακή κάρα, όψη

1. ε, ασχημο-μούρης, -α, -ικο

2. μουτρωμένος, -η, -ο

malencarado, da 1. ε, ασχημο-μούρης, -α, -ικο

2. μτφ, κακο-αναθρεμένος, -η, -ο

3. μουτρωμένος, -η, -ο,

cariacontecido, da 1. ε, στενοχωρημένος, -η, -o, ανήσυχος, -η, -o

cariancho, cha 1. ε, πρχ με κάρα ανοιχτή= φαρδύ-πρόσωπος, -η, -ο

carilampiño, ña 1. ε, με κάρα-λαμπρινή απο τρίχες= σπανός, -ή, -ό

carilargo, ga 1. ε, με κάρα λαρτζ= μακρο-πρόσωπος, -η, -ο

caricato πρχ από καρι-κατούρα

1. α, κωμικός

caricatura 1. θ, γελοιογραφία, καρικατούρα

caricaturar 1. ρμ, γελοιογραφώ με καρικατούρες

caricaturesco, ca 1. ε, καρικατουρικός= γελοιογραφικός, -ή, -ό, κωμικός, -ή, -ό

caricaturista 1. α θ, καρικατουριστής= γελοιογράφος

caricaturizar 1. ρμ, καρικατουρο-ποιώ= γελοιογραφώ, διακωμωδώ

caricaturización 1. θ, καρικατουρο-ποίηση= γελοιο-γράφηση

2. γελοιογραφία

Scroll to Top