CANALLA

CANALLA= ΠΡΧ ΚΥΩΝ, ΚΥΝΟΣ> ΣΚΥΛΟΣ, ΚΑΝΑΓΙΑΣ, ΚΑΝΙΒΑΛΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Canarias 1. ονο, las (islas) Canarias, οι Κανάριοι Νήσοι

canaricultura 1. θ, σύνολο μεθόδων εκτροφής καναρινιών

canariño, ña 1. ε, αθλ, παίκτης, -ια θηλ, της εθνικής Βραζιλίας, καναρίνι

canario, ria 1. ε, α θ, κανάριος, -α, -o, Κανάριος, -ια

canario 1. α, καναρίνι

canarión, ona 1. ε, οικ, υτμ, σχετικός, -ή, -ó με το νησί Γκραν Κανάρια

2. α θ, γηγενής, κάτοικος του νησιού Γκαν Κανάρια

canarismo 1. α, γλγ, ιδιωματισμός των Καναρίων Νήσων

canibalismo 1. α, κανιβαλισμός

canibalizar 1. ρμ, κανιβαλίζω

canibalización 1. θ, κανιβαλισμός

caníbal 1. ε, α θ, κανιβαλικός, -ή, -ó, κανίβαλος

2. μτφ, για άτομο, άγριος, -α, -o, βάναυσος, -η, -ο

canibalesco, ca 1. ε, κανιβαλικός, -ή, -ό

canícula 1. θ, μτφ, σκάει ο κύνος> σκύλος ή κυνική ζέστη= καύσωνας, λιοπύρι

no soportaba la canícula, δεν άντεχε τον καύσωνα

canicular 1. ε, μετ, κυνικός, -ή, -ó, sobrevino un calor canicular que abrasó los campos, επήλθε μια ζέστη κυνική που έκαψε τους κάμπους

temperatura canicular, κυνικά καύματα

2. α πλ, περίοδος με θερινούς καύσωνες

canecillo 1. α, ατκ, προεξοχή, πρόβολος, σαν κυνόδοντας

caniche 1. α, κανίς

canijo, ja 1. ε, για άτομο, σε μέγεθος, μικρός, -ή, -ó, αδύνατος, -η, -o, σαν κανίς

2. σε υγεία, αδύναμος, -η, -o, ασθενικός, -ή, -ó

3. α θ, μικρόσωμος άνθρωπος

4. φιλάσθενος άνθρωπος

encanijarse 1. ραντ, για άτομο, γίνομαι αδύναμος σαν κανίς= συρρικνώνομαι σωματικά

can πρχ κύων

1. α, σκύλος

2. μτφ, πρχ σκαν-δάλη ή σαν κυνό-δοντας= σκανδάλη

3. ατκ, υποστήριγμα, δοκός ή προεξοχή, πρόβολος, σαν κυνόδοντας

Can, Can Mayor 1. ονο, αστρ, Μέγας Κύων

Can Menor 1. ονο, αστρ, Μικρός Κύων

canina 1. θ, κόπρανα σκύλου

canino, na 1. ε, σκυλίσιος, -α, -o

canino 1. α, κυνόδοντας

cinegética 1. θ, κυνηγετική τέχνη

cinegético, ca 1. ε, κυνηγετικός, -ή, -ó, asociación cinegética, κυνηγετική λέσχη

cínico, ca 1. ε, α θ, κυνικός, -ή, -ό, κυνικό άτομο

cinípedo 1. α, ζωλ, κυνιπίδες

cinismo 1. α, κυνισμός

cinocéfalo 1. α, ζωλ, κυνοκέφαλος

cinódromo 1. α, κυνοδρόμιο

canódromo 1. α, κυνοδρόμιο, χώρος για κυνοδρομίες

cinoglosa 1. θ, βοτ, κυνόγλωσσο το φαρμακευτικό

cinomorfo, fa 1. ε, κυνόμορφος, -η, -o

cinorexia 1. θ, ιατ, κυνορεξία, βουλιμία

esquinencia 1. θ, ιατ, φλεγμονώδης κυνάγχη

apocinácea 1. θ, βοτ, απόκυνον, κυονούρα, άγρια βρωμούσα

canalla πρχ κύνος ή κύων = σκύλος

1. θ, μτφ, για άτομο, κανάγιας, κάθαρμα, παλιάνθρωπος, τομάρι,

el muy canalla abandonó a su familia, o παλιο κανάγιας εγκατέλειψε την οικογένεια του

es un canalla sin principios, είναι ένα κάθαρμα χωρίς αρχές

2. θ, μτφ, υπόκοσμος, κατακάθια κοινωνίας, lo encerraron con la canalla,

τον έκλεισαν με τον υπόκοσμο

canallada 1. θ, λόγια ή πράξη βρώμικα, βρώμικο κόλπο, πουστιά, λαμογιά, ποταπότητα,

αχρειότητα, la violencia infantil es una canallada, η παιδική βία είναι μια παλιοπράξη

le hizo una canallada, του έστησε ένα βρώμικο κόλπο

canallesco, ca 1. ε, για πράξη, πρόθεση σαν σκύλου, αχρείος, -α, -o, ποταπός, -ή, -ó, maneras canallescas, ποταποί τρόποι

crimen canallesco, έγκλημα άχρειο

2. για έκφραση, μοχθηρός, -ή, -ó, risa canallesca, μοχθηρό γέλιο

encanallar 1. ρμ, εξαχρειώνω

2. ραντ, εξαχρειώνομαι, se encanalló tras caer en desgracia,

εξαχρειώθηκε αφ’ ότου έπεσε σε δυστυχία

encanallamiento 1. α, εξαχρείωση

Scroll to Top