CACTΟ= ΠΡΧ ΚΑΚΤΟΣ
cacto 1. α, κάκτος
cactus 1. α, κάκτος
cactáceo, a 1. ε, βοτ, κακτοειδές, -ής, -ή
2. κακτώδης, -ες, -η
cactácea, cáctea 1. θ, βοτ, κακτοειδές
CACTΟ= ΠΡΧ ΚΑΚΤΟΣ
cacto 1. α, κάκτος
cactus 1. α, κάκτος
cactáceo, a 1. ε, βοτ, κακτοειδές, -ής, -ή
2. κακτώδης, -ες, -η
cactácea, cáctea 1. θ, βοτ, κακτοειδές