BURGO

BURGO= ΠΡΧ ΠΥΡΓΟΣ, ΠΡΧ ΦΟΡΤΣΑ= ΔΥΝΑΜΗ, ΠΡΧ ΦΟΡΑ= ΙΣΧΥ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

burgo πρχ πύργος

1. οικισμός, Los aldeanos del burgo se rebelaron, Οι χωρικοί του οικισμού επαναστάτησαν

2. καστρο-πολιτεία, Las murallas del burgo ofrecían protección a los campesinos,

Τα τείχη της πόλης προσέφεραν προστασία στους αγρότες

3. σνθ, burgo podrido, πύργος πουδραρισμένος> χάλια= εκλογική περιφέρεια υπό κάποιου κομματικού παράγοντα

burgomaestre 1. α, πρχ πυργο-μαέστρο= πρόεδρος κοινότητας

burgos 1. α, τυρί από το Μπούργος

Burgos 1. ονο, Μπούργος

burgrave 1. α, ιστ, πυργο-δεσπότης

burgraviato 1. α, ιστ, η περιοχή εξουσίας πυργοδεσπότη

burgués, esa πρχ πύργος= πόλη

1. ε, α θ, αστός, -ή, -ó, αστός, -ή

2. σνθ, pequeño burgués, μικρο-αστός

burguesía πρχ πυργεσία= σαν πόλη ο πύργος

1. θ, αστική τάξη

2. σνθ, alta burguesía, μεγαλο-αστική τάξη

pequeña burguesía, μικρο-αστοί

burocracia 1. θ, γραφειο-κρατία

burócrata 1. α, γραφειοκράτης

burocrático, ca 1. ε, γραφειοκρατικός, -ή, -ó

burocratismo 1. α, γραφειοκρατισμός

burocratizar 1. ρμ, γραφειο-κρατικο-ποιώ= δημιουργώ γραφειοκρατικό σύστημα διοίκησης

2. ραντ, γραφειο-κρατικο-ποιούμαι= μετατρέπομαι σε γραφειοκρατικό σύστημα διοίκησης

burocratización 1. θ, δημιουργία γραφειοκρατικού συστήματος

iceberg 1. α, παγό-πυργο= παγόβουνο

Luxemburgo 1. ονο, Λουξεμβούργο

luxemburgués, esa 1. ε, α θ, λουξεμβουργιανός, -ή, -ó , Λουξεμβούργιος, -ια

luxemburgués 1. α, Λουξεμβουργιανή γλώσσα

borgoña 1. α, κρασί Βουργουνδίας

Borgoña 1. ονο, Βουργουνδία

borgoñón, ona 1. ε, α θ, βουργουνδικός, -ή, -ό, Βουργουνδός, -ή

borgoñota 1. θ, πρχ πυργ-ιερα= περι-κεφαλαία

Hamburgo 1. ονο, Αμβούργο

hamburgués, esa 1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ó με το Αμβούργο, κάτοικος Αμβούργου

hamburguesa 1. θ, μπιφτέκι

2. χάμπουργκερ

hamburguesería 1. θ, χαμπουργκερ-άδικο

albergar πρχ πυργίζω κάποιον, βάζω στον οίκο, σπίτι

1. ρμ, φιλοξενώ, παρέχω στέγη, Este edificio alberga a los empleados y a sus familias

Αυτό το κτίριο στεγάζει εργαζόμενους και τις οικογένειές τους,

me albergaron una semana, με φιλοξένησαν μία εβδομάδα

2. φιλοξενώ κάτι, στεγάζω, el museo alberga una exposición de pintura,

το μουσείο φιλοξενεί μια έκθεση ζωγραφικής

3. μτφ, φιλοξενώ, τρέφω συναίσθημα, alberga la esperanza de ir a Grecia,

τρέφει την ελπίδα να πάει στην Ελλάδα

La señora alberga mucho resentimiento hacia su exesposo,

Η κυρία τρέφει μεγάλη δυσαρέσκεια για τον πρώην σύζυγό της

4. ραντ, πυργίζομαι κάπου= διαμένω, μένω, se alberga en un hotel caro,

μένει σε ένα ξενοδοχείο ακριβό

5. φυλάγομαι απο κάτι, durante la tempestad nos albergamos en una parada,

κατά τη διάρκεια της καταιγίδας, μείναμε προφυλαγμένοι σε μια στάση

Hombres, mujeres y niños se albergaron en el refugio,

Άνδρες, γυναίκες και παιδιά προφυλάχτηκαν στο καταφύγιο

6. φυλάω μέσα μου, σαν πύργο μια ιδέα, συναίσθημα,

en su mente se albergan ideas excepcionales, στο μυαλό του έχει ιδέες εξαιρετικές

albergue πρχ πύργος

1. α, κατάλυμα, πανδοχείο, ξενώνας, Mi esposo y yo nos quedamos en un albergue,

Ο σύζυγός μου και εγώ μείναμε σε έναν ξενώνα

2. στέγη περίθαλψης, φιλοξενίας, άσυλο, El ayuntamiento abrió un nuevo albergue para los sin techo, Το δημοτικό συμβούλιο άνοιξε μια νέα στέγη φιλοξενίας για τους άστεγους

3. διαμονή σαν πράξη

4. καταφύγιο, Una fuerte tormenta se aproxima. Deberíamos buscar albergue,

Πλησιάζει ισχυρή καταιγίδα. Πρέπει να βρούμε καταφύγιο

5. σνθ, albergue de carretera, ξενοδοχείο δρόμου, εθνικής, για αυτοκινητιστές, μοτέλ

albergue de juventud, ξενώνας νεότητας

albergue de montaña, ορειβατικό καταφύγιο

6. εκφ dar albergue a alguien, παρέχω στέγη, φιλοξενώ κάποιον

su hermano nos dio albergue, ο αδερφός του μας έδωσε στέγη

alberguista 1. α θ, άτομο που διαμένει σε ξενώνες νεότητας

aburguesarse 1. ραντ, πρχ πυργίζομαι, ζω στην πόλη= αστικοποιούμαι, γίνομαι μπουρζουάς

aburguesamiento 1. α, υιοθέτηση αστικής νοοτροπίας

aburguesado, da 1. ε, νεοπλουτίστικος, -η, -ο, μπουρζουάδικος, -η, -o,

gustos aburguesados, μπουρζουάδικα γούστα

vida aburguesada, νεοπλουτίστικη ζωή, νεοπλουτίστικος βίος

2. α θ, νεόπλουτος, -η, μπουρζουάς

alberca 1. θ, πρχ σα πύργος= ντεπόζιτο, δοχείο

2. δεξαμενή

3. δεξαμενή όπου μουσκεύει το λινάρι ή η κάνναβη

alberquero, ra 1. α θ, άτομο υπεύθυνο για τη φύλαξη και συντήρηση δεξαμενών

confort 1. α, πρχ κομ-φορ= άνεση, κομφόρ,

la habitación está provista de las últimas innovaciones del confort,

Το δωμάτιο είναι εξοπλισμένο με τις πιο πρόσφατες καινοτομίες στην άνεση

confortabilidad 1. θ, κομ-φορτ-ότητα= άνεση

confortable 1. ε, κομ-φορταριστός= άνετος, -η, -ο

confortablemente 1. επρ, με κομφόρ= άνετα

confortar πρχ κομ-φορτάρω κάποιον= δίνω δύναμη, πρχ συμ-φορτίζω= δίνω ενέργεια

1. ρμ, τονώνω σωματικά, la sopa me conforta, η σούπα με τονώνει

2. τονώνω ηθικά, αναπτερώνω, παρηγορώ, su palabras me confortan,

τα λόγια του με τονώνουν

se quedó en el hospital confortando a la familia,

Έμεινε στο νοσοκομείο παρηγορώντας την οικογένεια

confortación 1. θ, τόνωση ηθική, σωματική σε κάποιον, συμπαράσταση, παρηγοριά

confortador, ra 1. ε, τονωτικός ηθικά, σωματικά, παρηγορητικός, -ή, -ό

confortamiento 1. α, confortación

confortante 1. ε, παρηγορητικός, -ή, -ό

confortativo, va 1. ε, παρηγορητικός, -ή, -ό

confortativo 1. α, δυναμωτικό, τονωτικό

reconfortar πρχ υπερ-συμ-φορτίζω ψυχικά κάποιον

1. ρμ, τονώνω κάποιον ηθικά, σωματικά, ανακουφίζω, παρηγορώ

me reconforta saber que estáis bien, Με παρηγορεί να ξέρω ότι είσαι καλά,

sus palabras la reconfortaron en aquel duro trance,

Τα λόγια του την παρηγόρησαν σε εκείνη τη δύσκολη κατάσταση

reconfortación 1. θ, ανακούφιση, παρηγοριά

reconfortante 1. ε, ανακουφιστικός, -ή, -ό, παρηγορητικός, -ή, -ó

2. α, τονωτικό

fortaleza πρχ φορά= δύναμη, ενέργεια, πρχ φρούριο, πρχ φόρτσα= δύναμη

1. θ, σθένος, δύναμη, ha superado la enfermedad porque es una mujer de gran fortaleza,

Έχει ξεπεράσει την ασθένεια γιατί είναι μια γυναίκα με μεγάλη δύναμη

2. φρούριο, los cruzados construyeron grandes fortalezas en oriente,

Οι Σταυροφόροι έχτισαν μεγάλα φρούρια στην Ανατολή

forte 1. επρ, α, φόρτε, δυνατά

2. επφ, ναυ, στοπ!

fortalecer 1. ρμ, φορτσάρω, δίνω φορά σε κάτι, σωματικά, ηθικά= δυναμώνω, ενισχύω,

La meditación y la contemplación fortalecen el espíritu,

Ο διαλογισμός και ο στοχασμός ενισχύουν το πνεύμα,

le recetaron una tanda de vitaminas para fortalecerla,

Της συνταγογράφησαν έναν γύρο βιταμινών για να την ενισχύσουν,

Estoy haciendo bíceps para fortalecer mis brazos,

Κάνω δικέφαλα για να δυναμώσω τα χέρια μου

2. ραντ, φορτσάρω σωματικά, ψυχικά, δυναμώνω, ενισχύομαι,

Nuestro amor se fortaleció después de la tragedia que vivimos,

Η αγάπη μας δυνάμωσε μετά την τραγωδία που ζήσαμε

fortalecimiento 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του fortalecer,

2. ενίσχυση, ενδυνάμωση ψυχική, σωματική,

el fortalecimiento de la economía, η ενίσχυση της οικονομίας

fortalecedor, ra 1. ε, δυναμωτικός, -ή, -ό, τονωτικός, -ή, -ό, ενισχυτικός, -ή, -ό

desfortalecer 1. ρμ, πρχ ξε-φρουρίζω= καταστρέφω οχυρό

fortificar 1. ρμ, φορτσάρω ηθικά, σωματικά κάποιον, ενισχύω, τονώνω,

Este producto se supone que fortifica el cabello y le da brillo,

Αυτό το προϊόν υποτίθεται ότι ενισχύει τα μαλλιά και τους δίνει λάμψη

2. οχυρώνω ενα μέρος, φτιάχνω φρούριο,

El emperador mandó fortificar la ciudad y así pudo resistir el ataque enemigo,

Ο αυτοκράτορας διέταξε να οχυρώσουν την πόλη και έτσι μπόρεσε να αντισταθεί στην εχθρική επίθεση

3. ραντ, οχυρώνομαι

4. ενισχύομαι, τονώνομαι

fortificación 1. θ, πράξη του fortificar, ενίσχυση, τόνωση

2. οχύρωση

3. οχυρό

fortificante 1. ε, δυναμωτικός, -ή, -ó, τονωτικός, -ή, -ó

2. α, τονωτικό

fortachón, ona 1. ε, οικ, πρχ φορτσάτος= γεροδεμένος, -η, -ο, εύρωστος, -η, -ο

Lucas es fortachón. Va al gimnasio todos los días,

Ο Λούκας είναι γεροδεμένος. Πηγαίνει στο γυμναστήριο κάθε μέρα

enfurtir πρχ επι-φορίζω κάτι, το πιέζω με φόρα, δύναμη

1. πατώ, συμπιέζω μαλλί, πανί, Ya enfurtimos el paño, Έχουμε ήδη πατήσαμε το πανί

2. κάνω πίλημα

enfurtido 1. α, πάτημα πανιού

2. πίληση

fuerza πρχ φορά= δύναμη, ισχύς, πρχ φορτσα

1. θ, δύναμη, tengo la fuerza para moverlo, έχω την δύναμη να το κινήσω

2. ψυχική δύναμη, σθένος, Han demostrado mucha fuerza para enfrentar tantos problemas,

Έχουν δείξει μεγάλη δύναμη για να αντιμετωπίσουν τόσα προβλήματα

3. ισχύ, αντοχή βάρους, la fuerza de la columna, η αντοχή της κολώνας

4. κατάσταση, στιγμή πιο δυνατή σε κάτι, la fuerza de la juventud, η ισχύ της νιότης

5. εξουσία, ισχύ ενος πράγματος, la fuerza de la ley, η δύναμη του νόμου

6. φυσική βία, la policía empleó fuerza, η αστυνομία χρησιμοποίησε βία

7. αιτία που γίνεται κάτι, la fuerza de la rutina, η δύναμη της ρουτίνας

8. ηκλ, ισχύς ηλεκτρική, ρεύμα

9. φσκ, φορά, δύναμη

10. στρ, ισχύς στρατού, αριθμός στρατιωτών

11. σνθ, fuerza disuasoria, de disuasión, στρ, αποτρεπτική δύναμη

fuerza física, mental, psíquica φυσική, πνευματική, ψυχική

fuerza motriz, ηλεκτροκινητική δύναμη, μτφ, κινητήριος δύναμη

fuerza aérea, αεροπορία

fuerza bruta, υλική δύναμη

fuerza centrífuga, φυγόκεντρος

fuerza de intervención rápida, στρ, δύναμη ταχείας επέμβασης

fuerza de la gravedad, de inercia, φσκ, δύναμη της βαρύτητας, της αδράνειας

fuerza de voluntad, δύναμη της θέλησης

fuerza pública, στρ, ένοπλες δυνάμεις

fuerzas del orden, δυνάμεις της τάξης

12. εκφ, cobrar fuerzas, επανακτώ δυνάμεις, ή ισχυροποιούμαι, δυναμώνω

su carácter fue cobrando fuerzas con el tiempo, ο χαρακτήρας του με τον καιρό δυνάμωσε con más fuerza, πιο δυνατά

con todas sus fuerzas, με όλες του τις δυνάμεις

a fuerza de brazos, με φορά στα μπράτσα=σκληρή δουλειά

a fuerza de puño, με το σπαθί μου

a la fuerza, με το ζόρι, ενάντια στη θέληση, vino a la fuerza, ήρθε με το ζόρι

μτφ, οπωσδήποτε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, tiene que pasar por aquí a la fuerza,

πρέπει να περάσει από δω οπωσδήποτε

a viva fuerza, βίαια

es superior a mis fuerzas, είναι πάνω από τις δυνάμεις μου

hacer fuerza, ασκώ πίεση, υποχρεώνω

írsele a alguien la fuerza por la boca, μτφ, του φεύγει η δύναμη απο το στόμα=

είναι όλο λόγια

medir las fuerzas, μετράω δυνάμεις= αναμετριέμαι με κάποιον

los dos tenistas medirán sus fuerzas en la semifinal,

οι δυο τενίστες θα αναμετρηθούν στον ημιτελικό

sacar fuerzas de flaqueza, εξάγω φορά απο φλατ= κάνω μια ύστατη προσπάθεια

tener fuerzas para, έχω τη δύναμη να, no tengo fuerzas ni para levantarme,

δεν έχω ούτε τη δύναμη να σηκωθώ

por fuerza, με το ζόρι, ενάντια στη θέλησή μου, se va por fuerza, φεύγει με το ζόρι

ή αναπόφευκτα, se ocurriría un catastrofe por fuerza,

θα συνέβαινε μια καταστροφή αναπόφευκτα

quitar las fuerzas, μου κόβονται τα πόδια, αποδυναμώνομαι

recuperar fuerzas, επανακτώ δυνάμεις

reponer fuerzas, επανακτώ δυνάμεις

restaurar fuerzas, επανακτώ δυνάμεις

a fuerza de 1. εκφ, λόγω φοράς του> πίεσης = εξαιτίας, με…

ha sido futbolista a fuerza de trabajo, έχει γίνει ποδοσφαιριστής εξ’ αιτίας, με δουλειά

2. με την φορά= βοήθεια, hace sus traducciones a fuerza de diccionarios,

κάνει τις μεταφράσεις του με τη βοήθεια των λεξικών

fuerzas 1. θ πλ, στρ, δυνάμεις, las fuerzas del ejército, οι δυνάμεις του στρατού

2. σνθ, fuerzas de pacificación, ειρηνευτικές δυνάμεις

fuerzas de seguridad, δυνάμεις ασφαλείας

fuerzas vivas, ζωντανές δυνάμεις,

fuerzas antidisturbios, στρ, δυνάμεις αντιμετώπισης ταραχών

fuerzas armadas, στρ, ένοπλες δυνάμεις

fuerzas de ataque, de choque, δυνάμεις κρούσης

fuerzas del orden público, δυνάμεις δημόσιας τάξης

forzudo, da 1. ε, α θ, φορτσάτος= γεροδεμένος, -η, -o, δυνατός, -ή, -ó

forzudamente 1. επρ, δυνατά, με δύναμη

forzosa 1. θ, στην ντάμα, αναγκαστική κίνηση

forzosamente 1. επρ, λόγω φοράς= αναγκαστικά, υποχρεωτικά

forzoso, sa 1. ε, αναγκαστικός, -ή, -ó, υποχρεωτικός, -ή, -ó, la edad de jubilación forzosa pasó de 65 a 67 años por culpa de la crisis financiera, η υποχρεωτική ηλικία συνταξιοδότησης αυξήθηκε από τα 65 στα 67 έτη λόγω της οικονομικής κρίσης

2. αναπόφευκτος, -η, -o

forzadamente 1. επρ, αναγκαστικά, υποχρεωτικά

forzado, da 1. ε, αναγκαστικός, -ή, -ό, υποχρεωτικός, -ή, -ό

2. εκφ, verse forzado a hacer algo, αναγκάζομαι, υποχρεώνομαι να κάνω κάτι

forzado 1. α, κατάδικος σε καταναγκαστικά έργα

fortín 1. α, στρ, μικρό οχυρό

fortiori, a fortiori 1. εκφ, λογ, κατά μείζονα λόγο

fortísimo, ma 1. ε, πολύ δυνατός, -ή, -ό

fortísimo 1. επρ, μσκ φορτίσιμο, πολύ δυνατά

fortissimo 1. επρ, μσκ, α, φορτίσιμο, πολύ δυνατά

forzar πρχ ασκώ φορά= ισχύ σε κάτι, πρχ φορτσάρω> ζορίζω

1. ρμ, ασκώ δύναμη σε κάτι, παραβιάζω, Los ladrones forzaron la cerradura,

Οι κλέφτες παραβίασαν κλειδαριά

2. αναγκάζω, υποχρεώνω με βία, Los secuestradores lo forzaron a subir al auto,

Οι απαγωγείς τον ανάγκασαν να ανέβει στο αυτοκίνητο

3. αναγκάζω, lo forzaron a dimitir, τον ανάγκασαν να παραιτηθεί

4. βιάζω, αναγκάζω σεξουαλικά κάποιον, le ha forzado, την έχει βιάσει

5. στρ, παίρνω με την δύναμη των όπλων ενα μέρος

6. φορτσάρω, ζορίζω, καταπονώ, πιέζω, Fuerzas la vista cada vez que olvidas tus lentes

Καταπονείς τα μάτια σου κάθε φορά που ξεχνάς τα γυαλιά σου

no fuerces el motor, μη ζορίζεις την μηχανή

no fuerces la situación, μην ζορίζεις, πιέζεις την κατάσταση

7. ραντ, ασκώ πίεση σε μένα, ζορίζω, πιέζω τον εαυτό μου,

Todos los días me fuerzo a hacer un poco de ejercicio,

Κάθε μέρα πιέζω τον εαυτό μου να κάνει λίγη άσκηση

8. υποχρεώνομαι, αναγκάζομαι

forzamiento 1. α, πράξη του forzar, εξαναγκασμός

2. παραβίαση κλειδαριάς, forzamiento de cerradura

fuerte πρχ φορτσάτο= δυνατό

1. ε, κυρ, μτφ, δυνατός, -ή, -ό, ισχυρός, -ή,-ό, un hombre fuerte, ένας δυνατός άντρας,

un carácter muy fuerte, ένας πολύ δυνατό χαρακτήρα

fuertes vínculos, ισχυροί δεσμοί

el jarabe es fuerte, το σιρόπι είναι δυνατό

es una empresa fuerte, είναι μια ισχυρή επιχείρηση

2. για υγεία, εύρωστος, -η, -o

3. για αντοχή, ανθεκτικός, -ή, -ó una tela muy fuerte ένα πολύ ανθεκτικό ύφασμα

4. για ένταση, έντονος, -η, -ο, soplaba un fuerte viento φυσούσε δυνατός άνεμος

está muy fuerte en química είναι πολύ δυνατός στην χημεία

quiero un cóctel muy fuerte θέλω ένα κοκτέιλ πολύ δυνατό

sentía fuertes dolores en el costado ένιωθε έντονους πόνους στα πλευρά

5. για λόγους, ισχυρός, -ή, -ó, fuertes razones ισχυροί λόγοι

6. για φαγητό, βαρύς, -ιά, -ύ, una cena fuerte puede provocar pesadillas,

ένα βαρύ δείπνο μπορεί να προκαλέσει εφιάλτες

7. σφιχτός, -ή, -ó, el cinturón está demasiado fuerte, η ζώνη είναι πολύ σφιχτή

8. βίαιος, -η, -ο, ωμός, -ή, -ó, las escenas son muy fuertes,

οι σκηνές είναι πολύ ωμές

9. χυδαίος, -α, -o, aquellas fuertes palabras me insultaron,

εκείνες οι χυδαίες λέξεις με πρόσβαλαν

10. γλγ, για συλλαβή, τονισμένος, -η, -o, για φωνήεν, ισχυρός, -ή, -ό

11. εκφ, ¡qué fuerte!, οικ, τι φορτσάτο= τρομερό, !le ha tocado el gordo ¡qué fuerte!

κέρδισε το λαχείο! τρομερό!

fuerte 1. επρ, φορτσάτα= δυνατά, habla menos fuerte, μιλά λιγότερο δυνατά

chuta fuerte, σουτάρει δυνατά

2. για ποσότητα, πολύ, en Grecia se suele fumar fuerte,

στην Ελλάδα συνήθως φουμάρουν πολύ

fuerte φορτσάτος 1. α, δυνατός, el fuerte gana, o δυνατός κερδίζει

2. στρ, ναυ, οχυρό, los soldados atacaron el fuerte, οι στρατιώτες επιτέθηκαν στο οχυρό

3. μτφ, φόρτε, δυνατό σημείο, su fuerte es la humildad, το φόρτε του είναι η ταπείνωση

fuertemente 1. επρ, με φορά= δυνατά, με δύναμη

me agarró fuertemente del brazo, με άρπαξε δυνατά απο το μπράτσο

2. έντονα, discutimos fuertemente a causa del trabajo, διαφωνήσαμε έντονα λόγω δουλειάς

3. με φωνή δυνατή, φωναχτά, hablaba fuertemente, μιλούσε φωναχτά

esforzar πρχ εκ-φορτσάρω= δυναμώνω, ζορίζω, πιέζω

1. ρμ, ζορίζω, πιέζω αίσθηση, Tuve que esforzar la vista para leer la letra pequeña.,

χρειάστηκε να ζορίσω το βλέμμα για να διαβάσω τα μικρά γράμματα

Esforzaba el oído intentando entender algo,

Τέντωνε τα αυτιά του προσπαθώντας να καταλάβει κάτι

2. φορτσάρω ψυχικά κάποιον, ενισχύω, δυναμώνω, ενθαρρύνω,

El entrenador esforzaba continuamente a sus jugadores con gritos de ánimo,

Ο προπονητής ενθάρρυνε συνεχώς τους παίκτες του με φωνές της ενθάρρυνσης,

3. ραντ, φορτσάρω εμένα ηθικά, σωματικά για να πετύχω κάτι, καταβάλλω προσπάθεια,

πιέζω, ζορίζω εμένα, Tendrás que esforzarte más si quieres llegar a ser médica,

Θα πρέπει να προσπαθήσεις σκληρότερα αν θέλεις να γίνεις γιατρός,

se esforzó por conseguir el trabajo, πιέσθηκε για να καταφέρει την δουλειά

El nadador se esforzaba por nadar más rápido cada día,

Ο κολυμβητής προσπαθούσε θέλοντας να κολυμπάει πιο γρήγορα κάθε μέρα

4. esforzarse en, se esforzó en no reírse, προσπάθησε πολύ να μη γελάσει

se esforzó en contener las lágrimas, προσπάθησε να συγκρατήσει τα δάκρυα του

esfuerzo 1. α, φορτσάρισμα για κάτι, νοητικά, σωματικά για να το πετύχω, προσπάθεια, κόπος, Estamos haciendo un gran esfuerzo para defender nuestro país,

Κάνουμε μεγάλη προσπάθεια για να υπερασπιστούμε τη χώρα μας,

su esfuerzo fue premiado, η προσπάθεια του βραβεύτηκε

2. φσκ, ισχύς, ¿Cuánto esfuerzo se necesita para que esta máquina funcione?

Πόση ισχύς χρειάζεται για να λειτουργήσει αυτό το μηχάνημα;

3. πίεση, La fuerza de la gravedad exige mucho esfuerzo sobre los edificios altos,

Η δύναμη της βαρύτητας ασκεί μεγάλη πίεση στα ψηλά κτίρια

4. εκφ, costar, suponer un esfuerzo, κοστίζει, υποθέτει, απαιτεί μια προσπάθεια

no economizar esfuerzos, δεν οικονομώ, φείδομαι κόπων

redoblar los esfuerzos, αναδιπλασιάζω τον κόπο, εντείνω τις προσπάθειες

esforzadamente 1. επρ, με φορά ψυχική, γενναία, lucharon esforzadamente,

αγωνίστηκαν γενναία

2. με ζωντάνια, trabajaba esforzadamente, δούλευε με ζωντάνια

esforzado, da πρχ φορτσάτος

1. ε, γενναίος, -α, -o

2. ζωηρός, -ή, -ó

forcejear πρχ φορτσάρω για να κάνω κάτι

1. ρα, παλεύω, ζορίζομαι, Fabián tiene que forcejear para abrir el baúl de su coche

Ο Fabian πρέπει να ζοριστεί για να ανοίξει το πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου του

los pasajeros forcejean para entrar en el vagón,

οι επιβάτες πάλευαν για να μπούν στο βαγόνι

2. παλεύω με κάποιον, μάχομαι, έρχομαι σε αντιπαράθεση, τσακώνομαι,

los dos luchadores forcejeaban para vencer, οι δύο παλαιστές μάχονταν για κερδίσουν

Dos fanáticos forcejeaban para quedarse con la camiseta que el cantante arrojó al público,

Δύο θαυμαστές τσακώνονταν για να πάρουν την μπλούζα που πέταξε ο τραγουδιστής στο κοινό,

forcejeo 1. α, πάλη, αγώνας, μάχη, Tras un breve forcejeo, logré arrebatarle el control remoto a mi hermano, Μετά από μια σύντομη μάχη, κατάφερα να αρπάξω το τηλεχειριστήριο από τον αδερφό μου

reforzar ρμ περι-φορτσάρω= ενισχύω κάτι

1. ρμ, ενισχύω, Hay que poner una viga cada metro para reforzar la pared,

Πρέπει να τοποθετηθεί μια δοκός ανα κάθε μέτρο για να ενισχύσουμε τον τοίχο

la policía reforzó el cordón de seguridad, η αστυνομία ενίσχυσε την κορδέλα ασφαλείας

2. ενισχύω κάποιον ηθικά, σωματικά, tus palabras me refuerzan, τα λόγια σου με ενισχύουν

Te recomiendo tomar vitamina C para reforzar el sistema inmunológico

Συνιστώ τη λήψη βιταμίνης C για να ενισχύσεις το ανοσοποιητικό σύστημα

3. ραντ, ενισχύομαι

refuerzo 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του reforzar, ενίσχυση,

puso unos refuerzos de cuero en las rodilleras del pantalón,

Έβαλε μερικές δερμάτινες ενισχύσεις στα γόνατα του παντελονιού του,

las paredes de la casa necesitan un refuerzo, οι τοίχοι του σπιτιού χρειάζονται ενίσχυση,

clases de refuerzo, ενισχυτική διδασκαλία

hacía horas extras como refuerzo para el sueldo,

δούλευε υπερωρίες σαν ενίσχυση, συμπλήρωμα για τον μισθό του

2. φωτ, στερέωση

3. στρ, ενίσχυση πρώτης γραμμής με μονάδες από τα μετόπισθεν

4. εκφ, llegar de refuerzo, καταφθάνω προς ενίσχυση,

han llegado los refuerzos al flanco derecho, έχουν φτάσει ενισχύσεις στη δεξιά πλευρά

pedir, enviar refuerzos, ζητώ, στέλνω ενισχύσεις

reforzado, da 1. ε, ενισχυμένος, -η, -o

reforzado 1. α, ενισχυτικό

reforzador, ra 1. ε, ενισχυτικός, -ή, -ó, υποστηρικτικός, -ή, -ó

reforzador 1. α, φωτ, στερεωτής

sforzando 1. επρ, μσκ, σφορτσάντο

cogorza πρχ κογορτσα> σκέρτσα> μέθη

1. θ, μέθη, En su cogorza, la mujer no se dio cuenta de que se estaba metiendo al tren equivocado, Μέσα στη μέθη της η γυναίκα δεν κατάλαβε ότι έμπαινε σε λάθος τρένο

2. εκφ, agarrar, coger, pillar una cogorza, πιάνω μια σούρα= γίνομαι στουπί

Cogí una cogorza impresionante en la boda de Abdiel.

Έγινα στουπί στο γάμο του Abdiel

agarró una buena cogorza, έγινε στουπί

llevar una cogorza, είμαι τύφλα στο μεθύσι

gueto 1. α, γκέτο

Scroll to Top