BÚHO

BÚHO= ΠΡΧ ΜΠΟΥΦΟΣ> ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

búho 1. α, ορν, κουκουβάγια, El búho ululó toda la noche,

Η κουκουβάγια χούγιασε όλη τη νύχτα

2. μτφ, σαν μπούφος= ακοινώνητος άνθρωπος, Rosa es un búho, no tiene ni un amigo,

Η Ρόζα είναι μια κουκουβάγια, ακοινώνητη, δεν έχει ούτε έναν φίλο

3. μτφ, λεωφορείο βραδινό

4. σνθ, búho chico, νανό-μπουφος

búho nival, χιονόγλαυκα

búho pescador, σταχτιά κουκουβάγια

búho real, μπούφος

buhonear 1. ρα, μτφ, σαν μπούφος γυρίζω= κάνω πλανόδιο εμπόριο

buhonero, ra 1. α θ, πλανόδιος έμπορος

buhonería 1. θ, μτφ, μπούφα= ευτελές εμπόρευμα, σαβούρα

2. ασήμαντα υλικά σαν κουμπιά, βελόνες, χτένες

buharro, buaro 1. α, ορν, γκιώνης, ώτος ο σκωψ

Scroll to Top