BUDA

BUDA= ΠΡΧ ΒΟΥΔΑΣ, ΠΡΧ ΜΠΕ-ΔΕΛ> ΕΠΙ-ΔΟΥΛ-ΕΙΑ> ΕΠΙΣΤΑΤΗΣ

Buda 1. ονο, Βούδας

buda 1. α, εικόνα ή άγαλμα βούδας

budismo 1. α, βουδισμός

budista 1. ε, βουδιστικός, -ή, -ó

2. α θ, βουδιστής, βουδίστρια

bedel, a 1. α θ, επιστάτης, -ια σε σχολείο, κέντρα εκμάθησης, εκπαιδευτήρια,

el bedel trajo el proyector de diapositivas, ο επιστάτης έφερε τον προβολέα των διαφανειών

bedelía 1. θ, επιστασία

Scroll to Top