BRONCE= ΠΡΧ ΜΠΡΟΝΣΕ> ΜΠΡΟΥΝΤΖΟΣ, ΧΑΛΚΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
bronce 1. α, μπρούντζος, ορείχαλκος, μέταλλο ή δημιουργία, una campana de bronce,
μια μπρούτζινη καμπάνα
2. χάλκινο μετάλλιο, Grecia se llevó el bronce, η Ελλάδα πήρε το χάλκινο μετάλλιο
3. χάλκινο νόμισμα
4. μτφ, καμπάνα, los bronces empezaron a repicar, άρχισαν να χτυπούν οι καμπάνες
5. μτφ, τρομπέτα
6. σνθ, bronce de aluminio, ορυ, κράμα χαλκού-αλουμινίου, μπρούντζο αργιλίου
7. εκφ, escribir en bronce, μτφ, γράφω σε μπρούτζο= χαράζω στη μνήμη μου,
ligar bronce, οικ, μτφ, πλέκω μπρούτζο= μαυρίζω από τον ήλιο
ser alguien de bronce, μτφ, είναι κάποιος από μπρούτζο= είναι σκληρόκαρδος
broncear 1. ρμ, ραντ, παίρνω χρώμα μπρούτζου από ήλιο, μαυρίζω,
El médico me dijo que evitara broncear la piel cuando vaya a la playa,
Ο γιατρός μού είπε να αποφύγω να μαυρίσω το δέρμα μου όταν πάω στην παραλία,
Nos bronceamos con solo pasar un par de días en la playa,
Μαυρίσαμε μόνο και μόνο περνώντας μερικές μέρες στην παραλία
2. επικαλύπτω μέταλλο, υλικό, άγαλμα με μπρούντζο, επιχαλκώνω, μπακιρώνω
broncista 1. α θ, μπρουτζίστας, άτομο που δουλεύει τον μπρούτζο
bronceado, da 1. ε, μαυρισμένος, -η, -o, ηλιοκαμένος, -η, -o,
piel bronceada, μαυρισμένο δέρμα
2. με χρώμα μπρούτζου, μπρούντζινος, -η, -o
bronceado 1. α, μαύρισμα, crema para después del bronceado,
κρέμα για μετά το μαύρισμα
bronceador, ra 1. ε, μαυριστικός, -ή, -ό, που βοηθάει, ευνοεί στο μαύρισμα,
crema bronceadora, κρέμα μαυρίσματος
bronceadura 1. θ, μαύρισμα
bronceador 1. α, λάδι μαυρίσματος
2. κρέμα μαυρίσματος
3. γαλάκτωμα μαυρίσματος
bronceadora 1. θ, τυπ, μηχανή μπρουντζαρίσματος
broncíneo, a 1. ε, με χρώμα μπρουτζου, μπρούντζινος, -η, -o
2. για υλικό, μπρούντζινος, -η, -o