BROCHA

BROCHA= ΠΡΧ ΒΟΥΡΤΣΑ, ΠΙΝΕΛΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

brocha 1. θ, πινέλο, βούρτσα για βάψιμο, χρωστήρας

2. ταβανόβουρτσα

3. πινέλο πούδρας, brocha de maquillaje

4. μτφ, πρχ μ-προ-ζα> παρα-ζαρο= στημένο ζάρι

5. σνθ, brocha de afeitar, πινέλο ξυρίσματος

6. εκφ, pintar con brocha, βάφω με βούρτσα

de brocha gorda, με βούρτσα χοντρή, για βαφέα τοίχων, παραθύρων, πορτών

ή για βαφέα ή βάψιμο χαμηλής ποιότητας

ή για κάτι χοντρο-κομμένο, χοντράδα, contaba unos chistes de brocha gorda,

έλεγε κάτι αστεία χοντροκομμένα

brochada 1. θ, πινελιά, βουρτσιά

brochazo 1. α, πινελιά, βουρτσιά

Scroll to Top